Η απίστευτη περιπέτεια του Χουάν (17)


του Γεώργιου Φράγκου

«Μέχρι σήμερα δεν είχα μάθει γιατί ο πατέρας της Νοϊκά συμφώνησε αμέσως στην παράλογη πρόταση που του είχα κάνει. Μέχρι σήμερα πίστευα ότι το θράσος μου ήταν αυτό που τον έπεισε αμέσως. Μέχρι σήμερα όμως! Γιατί σήμερα Χουάν έμαθα πως ο πατέρας της Νοϊκά πίστεψε τον βόρειο άνεμο που φύσηξε, στον Γουακαϊπούρε, που του είπε πως θα έρθει κάποιος ξένος να ζητήσει την κόρη του και πως δεν πρέπει να του αρνηθεί. Η μητέρα σου σήμερα, πριν έρθω εδώ, μου είπε πως ο βόρειος άνεμος της είπε πως πρέπει να σε αφήσουμε να φύγεις και πως θα γυρίσεις σύντομα. Ο Γουακαϊπούρε αποφάσισε γιε μου, ήρθα μόνο για να σε φιλήσω πριν φύγεις, για να σε αποχαιρετήσω». Η φωνή του σκληρού Αλβάρο είχε σπάσει και έτρεμε καθώς κοιτούσε τον γιο του, που τα μάτια του είχαν γίνει κατακόκκινα, γεμάτα δάκρυα, έτοιμα να κυλήσουν πάνω στο πρόσωπο του. Ο Χουάν για πρώτη φορά στην σύντομη ζωή του είχε δει τον πατέρα του τόσο πολύ ευάλωτο. Κοιτάζοντάς τον συνειδητοποίησε πόσο πολύ τον αγαπούσε. Ο κόμπος που στάθηκε στον λαιμό του δεν έλεγε να φύγει. Ήθελε να τον αγκαλιάσει σφιχτά όμως κοντοστάθηκε. Ο λόγος που το έκανε αυτό ήταν πως ήθελε να κρατήσει την εικόνα στο μυαλό του για να την πάρει μαζί του.
Ο χρόνος στο λιμάνι του Σαν Πέδρο έμοιαζε να έχει παγώσει για τον Χουάν και τον Αλβάρο. Ο Ζαπάτο, που με την μεταφερόμενη κουζίνα του έφτιαχνε αρέπες για το πλήρωμα του πλοίου, κοίταζε πότε τον έναν και πότε τον άλλον για να καταλάβει αν είχαν κουνήσει έστω τα βλέφαρα τους. Λίγο μετά έριξε ένα απελπισμένο βλέμμα στον ιερέα αναζητώντας βοήθεια όμως αυτός με την σειρά του προσπαθούσε να απασχολήσει την Μπλάνκα που είχε αρχίσει να γίνεται όλο και πιο νευρική. Ο Φραντσέσκο κουμπωμένος που του έλαχε αυτού να δει τι συμβαίνει πλησίασε πατέρα και γιο. Ρώτησε με σιγανή φωνή προς τον Αλβάρο αν όλα είναι καλά, ο Αλβάρο που όλη αυτήν την ώρα είχε δείξει απαράμιλλη αυτοσυγκράτηση έσπασε, γονάτισε πάνω στο χώμα και ξέσπασε σε κλάματα. Όλοι όσοι βρισκόντουσαν γύρω από την σκηνή αυτή κράτησαν την αναπνοή τους εκτός από τον Κακάο που γάβγιζε ανά δυο δευτερόλεπτα απαιτώντας την αρέπα που καιγόταν πάνω στο τηγάνι του Ζαπάτο.
«Όσοι είναι να ανέβουν να ανέβουν τώρα, σε πέντε λεπτά το πολύ ξεκινάμε για το Σαο Γκαμπριέλ ντα Κατσοέϊρα».
Η αγριοφωνάρα ενός κακομούτσουνου από το πλήρωμα, που τελούσε περιστασιακά και υπηρεσία ανακοινώσεων, επανέφερε λίγο την κατάσταση. Ο Ζαπάτο έδωσε τις τελευταίες του αρέπες στο πλήρωμα, στους ταξιδιώτες και τον Κακάο. Ο Πατέρας Τζιοβάνι, μιας και βρισκόταν εκεί, ευλόγησε το ταξίδι του πλοίου προς τον νότο ενώ κάποιοι που το πρόσεξαν έκαναν κακήν κακός τον σταυρό τους μουγκρίζοντας ευχές ή ίσως και βλαστήμιες.
Ο Αλβάρο που για αρκετή ώρα είχε αγκαλιάσει τον Χουάν ξόρκιζε με τα μάτια τον Φραντσέσκο για να προσεχή τον γιο του. Ο Βρετανοιταλός κούνησε καθησυχαστικά το κεφάλι του και στο πρόσωπο του Αλβάρο κάποια από τα χαρακτηριστικά του ηρέμησαν.
«Θα έρθει και ο μικρός κύριε;» Ρώτησε απότομα ένας άλλος από το πλήρωμα τον Φραντσέσκο μιας και σύμφωνα με τα χαρτιά μόνο ένας θα επέβαινε στο πλοίο από το Σαν Πέδρο.
«Δεν έχουμε ειδοποιηθεί για κάτι τέτοιο!»
«Είναι ο οδηγός μου, δεν θεώρησα πως έπρεπε να σας έχω ειδοποιήσει». Του απάντησε εξίσου απότομα ο Φραντσέσκο ενώ το πρόσωπο του σκλήρυνε απότομα απέναντι στον ναυτικό.
«Εντάξει Γκαγιέχο, άσε τον κύριο με τον οδηγό του να ανέβουν!» Είπε ένας από τους πολλούς άθλιους που βρισκόντουσαν πάνω στο πλοιάριο που μάλλον πρέπει να ήταν ο καπετάνιος.
Αφού διευθετήθηκαν τα διαδικαστικά ο Φραντσέσκο ανέβηκε στο πλοίο και φώναξε μαζί του και τον Χουάν.
«Ουάν;» Είπε δακρυσμένη η Μπλάνκα κοιτάζοντας τον με τα καταπράσινα ματιάς της. Ο Χουάν μην μπορώντας να πει λέξη άπλωσε το χέρι του και χάιδεψε τα μεταξένια μαύρα μαλλιά της.
«Ο ακάο θα έρθει μαζί σου για να σε προσέχει. Του το ζήτησα και συμφώνησε!» Του είπε σοβαρά η αδελφή του και ο Χουάν για πρώτη φορά χαμογέλασε με την αφέλεια της μέχρι την στιγμή που γύρισε να μπει στο πλοίο και είδε τον σκύλο του να στέκεται δίπλα στον Βρετανοιταλό.
«Μην τολμήσεις να προσπαθήσεις να διώξεις τον σκύλο γιατί αν χάσουμε κι άλλη ώρα θα μας αφήσουν εδώ μικρέ».
Ο Χουάν σχεδόν δεν πρόλαβε να ανέβει και το πλοιάριο ήδη απομακρυνόταν από το λιμάνι. Κοίταξε σαν χαμένος τους άγνωστους με τους οποίους συνταξίδευε και για πρώτη φορά συνειδητοποίησε ότι έκανε ένα τεράστιο βήμα στην ζωή του.
Έμεινε για λίγα δευτερόλεπτα σαστισμένος κοιτάζοντας το κενό. Δεν ήταν σε θέση να καταλάβει αν αυτό που μόλις είχε διαπράξει είχε γυρισμό. Ακροβατούσαν οι σκέψεις του ανάμεσα στην απομονωμένη σιγουριά του Σαν Πέδρο και στα άγνωστα αποτελέσματα που θα μπορούσε να έχει μια τέτοιου είδους περιπέτεια. Έτρεξε προς την πρύμνη λες και προσπαθούσε να καλύψει την απόσταση που τον χώριζε από την ακτή όμως η ακτή του χωριού έδειχνε πια μακρινή, οι σιλουέτες των ανθρώπων, που λίγο πριν είχε μες στην αγκαλιά του, έμοιαζαν πια σαν φιγούρες φαντασμάτων. Η ομίχλη που δημιουργούσε η υγρασίας του ποταμού θόλωνε την ατμόσφαιρα και περιόριζε την ορατότητα τόσο που πίστευες ότι αυτό το συνονθύλευμα από εικόνες που έβλεπες στις πλευρές του ποταμού δεν ήταν κάποια ακτή αλλά ξεχασμένα όνειρα ανθρώπων, που τους παράπεσαν μέσα στα νερά. Κάπου κάπου, ανάμεσα στα μικρά κενά που άφηνε η πυκνή πάχνη ξεχώριζε ένα χέρι που αποχαιρετούσε κάθε ταξιδιώτη. Ο Χουάν προσπαθώντας να κρατηθεί από αυτήν την σκέψη έφτιαξε με το μυαλό του την εικόνα της αδελφή του. Είδε το χαμόγελο της, τα πράσινα μάτια της που τον κοίταζαν γεμάτα από ενθουσιασμό και περηφάνια. Χαμογέλασε με την σειρά του προς το αχνό φάντασμα που απομακρυνόταν σταδιακά από τα μάτια του και αντιλαμβανόταν και ο ίδιος πως αυτό το χαμόγελο του εμπεριείχε μια τεράστια δόση πίκρας.
Ένας γνώριμος ήχος, ένα κοφτό γάβγισμα, δίπλα στο πόδι του τον ξάφνιασε ευχάριστα θυμίζοντας του πως τουλάχιστον ένας από τη οικογένεια Blasa τον ακολουθούσε σε αυτό το ταξίδι του. Έσκυψε και χάιδεψε το κεφάλι του Κακάο που τον κοίταζε όλο προσμονή.
«Ρε συ το ξέρεις πως εκεί που πάμε μπορεί να μην έχει Camu Camu;»
Ο Κακάο ακούγοντας αυτές τις λέξεις έγειρε το κεφάλι του προς τα δεξιά κοιτάζοντας με καχύποπτο ύφος τον Χουάν. Φάνηκε στο βλέμμα του σαν να προσπαθούσε να καταλάβει αν ο Χουάν σοβαρολογούσε ή τον πείραζε για την πιθανή έλλειψη των Camu Camu. Η λαχανιασμένη, από την χαρά, γλώσσα επέστρεψε μέσα στο στόμα του Κακάο που έβγαλε ένα λυγμό.
«Και έμενα μου λείπουν ήδη φίλε μου».

Συνεχίζεται…

Ο Γιώργος Φράγκος γεννήθηκε στην Αθήνα και έζησε ως την ενηλικίωσή του στη Βενεζουέλα. Ταξίδεψε και γνώρισε χώρες όπως η Βραζιλία, η Κολομβία, ο Ισημερινός και η Ινδία στην οποία αντάμωσε φωτισμένους ανθρώπους που για οχτώ χρόνια μαθήτευσε μαζί τους και άλλαξαν τη στάση ζωής του.
Ο γυρισμός στην Ελλάδα τον βοήθησε να αποπειραθεί να γράψει το πρώτο μυθιστόρημά του.
Συνεργάστηκε με την free press εφημερίδα press4all (στην θέση του αρχισυντάκτη – χρονικογράφου), με την ATHENS VOICE, Lifo και το περιοδικό ΓΡΑΦΙΣΤΑΣ. Διηγήματά του επίσης έχουν δημοσιευθεί στο ηλεκτρονικό περιοδικό The Machine και Anemos Magazine. Το μυθιστόρημά του «Ο Άνθρωπος που Έχασε το Είδωλο του» -που είναι το πρώτο του βιβλίο- έχει βραβευθεί με έπαινο στον λογοτεχνικό διαγωνισμό της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών και το διήγημα του «Πόλεμος στην Πορτοκαλί Πόλη» έχει βραβευθεί στον λογοτεχνικό διαγωνισμό της Κοβεντάρειου Βιβλιοθήκης.

Στις 21 Οκτωβρίου 2017, ο Γεώργιος Φράγκος παρουσίασε στον ΙΑΝΟ στη Σταδίου το νέο του βιβλίο με τίτλο «Ο άνθρωπος που έχασε το είδωλό του», Εκδόσεις Ταξιδευτής

Λίγα λόγια για το βιβλίο:
Το είδωλο ενός ανθρώπου ξεριζώνεται μέσα από τον καθρέφτη και εμφανίζεται μπρος του.
Το πλασματικό είδωλο, το άλλο εγώ, το επιθυμητό, το ιδανικά πλασμένο.
Το παράδοξο ξενίζει αλλά γίνεται αποδεκτό ως φυσιολογικό, όμως το είδωλο, που ξεκινάει να γνωρίζει την ζωή, θέλει περισσότερα, γίνεται άπληστο και θέλει να αποκτήσει με κάθε κόστος την θέση του στην πραγματικότητα.
Ένας έρωτας όμως έρχεται να ανατρέψει την ιστορία, όλα ξαφνικά αλλάζουν, οι χαρακτήρες, οι άνθρωποι, η ιστορία.
Η διεκδίκηση της ζωής, αυτής που σαν δώρο μας έχει δοθεί, γίνεται δυνατή μόνον όταν συνειδητοποιηθεί το γεγονός πως μπορεί να χαθεί.
Μέσα από αυτό το κοινωνικό θρίλερ και τους συμβολισμούς του αναδεικνύεται η καλά κρυμμένη δύναμη της ψυχής του καθενός. Κι αυτή η δύναμη πολλαπλασιάζεται από τον έρωτα που λειτουργεί σαν μοχλός ανακίνησης της σκέψης, της απόφασης, της ανθρώπινης άμυνας και λειτουργίας.

Μπορείτε να πλοηγηθείτε στη σελίδα του ή να βρείτε τον Γιώργο Φράγκο στο Facebook


    Αφήστε μια απάντηση

    Your email address will not be published. Email and Name is required.

    Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.