H απίστευτη περιπέτεια του Χουάν (18)


του Γεώργιου Φράγκου

Έμεινε ακίνητος στην πλώρη του καραβιού ζυγίζοντας την κατάσταση αναρωτώμενος, αυτό που μόλις είχε τολμήσει είχε κάποια λογική ή αν απλός ήταν μια τρελή παρόρμηση ενός αφελούς νέου; Απάντηση δεν βρήκε μέσα του, ενώ πλέον και η ακτή του Σαν Πέδρο ούτε που διακρινόταν.
«Είσαι καλά Χουάν;» Η φωνή του Φραντσέσκο του θύμισε πως σε αυτό το ταξίδι δεν ήταν μόνος, είχε ήδη δυο φίλους μαζί του: τον Κακάο και τον Βρετανοιταλό εξερευνητή.
«Λίγο μπερδεμένος, νιώθω λες και μια σιωπηλή πάλη πραγματοποιείτε μέσα στο στήθος μου, σαν δυο τζάγκουαρ που παλεύουν να κυριαρχήσουν. Και όλα συμβαίνουν μέσα εδώ». Είπε και έδειξε με το χέρι του ψηλά στο στέρνο του. Ο Φραντσέσκο κούνησε το κεφάλι του και του έκανε νόημα να τον ακολουθήσει.
«Έχουμε πολύ δρόμο ακόμα, περίπου αύριο το μεσημέρι θα βρισκόμαστε στο Σαο Γκαμπριέλ, αν όλα βέβαια πάνε καλά και έχει τα κέφια του ο ποταμός».
«Πως είναι εκεί;» ο Φραντσέσκο γέλασε αχνά και δεν απάντησε στον Χουάν που ακόμα έδειχνε μπερδεμένος. Ο μόνος που είχε αρχίσει να βρίσκει τα πατήματα του μέσα στο καράβι ήταν ο Κακάο που έδειχνε να έχει σκαρί θαλασσόλυκου. Αν και στεκόταν πάντα δίπλα στον Χουάν, γεγονός πρωτόγνωρο για την ιδιοσυγκρασία του, το βλέμμα του παρακολουθούσε τα πάντα και περισσότερο όσα αφορούσαν την γαστριμαργική του απόλαυση. Που κυμαινόταν από ένα απλό κομμάτι ψωμί, είχε καταλάβει πως μέσα σε αυτό το πλωτό μέσο οι λιχουδιές θα ήταν δυσεύρετες, μέχρι κάποιο παστό κομμάτι κρέας που θα προερχόταν από κάποιον γενναιόδωρο συνταξιδιώτη όταν θα έβλεπε τα στρογγυλά γεμάτα ικεσία μάτια του. Μια τεχνική που είχε τελειοποιήσει μέσα στα χρόνια.
Το πλοίο σερνόταν απαλά πάνω στο νερό, σε μια αργή πλεύση που όπως εξήγησε ο Φραντσέσκο στον Χουάν, αυτό γινόταν μιας και ο Ριο Νέγρο, αν και αρκετά βαθύς ποταμός, έκρυβε κάποιες παγίδες για τα πλοιάρια που τον διέσχιζαν. Ως επί το πλείστων οι ξεχασμένοι κορμοί δεντρών και οι κρυμμένοι ύφαλοι ήταν από τις πιο επικίνδυνες παγίδες. Ενώ οι ξέρες από τα μικρά νησάκια που ήταν διάσπαρτα στο ρου του ποταμού ήταν οι πιο απρόσμενες μιας και η άμπωτη και η παλίρροια, λέξεις και έννοιες άγνωστες στον Χουάν, γεγονός που έκανε τον Φραντσέσκο να μετανιώσει λιγάκι που τις ξεστόμισε, καθόριζαν όπως ακριβώς αυτές ήθελαν το ταξίδι.
«Θα βουλιάξουμε;» Ρώτησε απότομα ο Χουάν και στο άκουσμα και μόνο της λέξης όσοι βρίσκονταν γύρω τους σιώπησαν και αγριοκοίταξαν τον μικρό. Ακόμα και ο Κακάο φάνηκε να δυσανασχετεί με αυτήν την ερώτηση του φίλου του αλλά ευτυχώς γρήγορα ξεχάστηκε κοιτώντας τα μαύρα, διαυγή νερά του ποταμού, χαζεύοντας τα παράξενα πλάσματα που ζούσαν μέσα του.
«Ο σκύλος σου όλο γλύφεται;» Του είπε κάποιος από το πλήρωμα.
«Μάλλον αναρωτιέται αν τρώγονται τα ψάρια». Του απάντησε ο Χουάν, παρατηρώντας με την σειρά του τον Κακάο που κοίταζε με ενδιαφέρον μέσα στο νερό.
Ο άντρας του πληρώματος απομακρύνθηκε χαμογελώντας χωρίς όρεξη αφήνοντας τον Χουάν μόνο του στην άκρη της πλώρης, αφού και ο Φραντσέσκο τον είχε εγκαταλείψει πριν λίγα δευτερόλεπτα προσπαθώντας, μάταια, να συνεννοηθεί με κάποιον άλλον του πληρώματος, για το που θα έπρεπε να βρίσκονται τα πράγματα του ώστε να είναι προστατευμένα και ότι είχε συμφωνήσει για την θέση τους με τον υπάλληλο που του έβγαλε το εισιτήριο. Στο άκουσμα της λέξης υπάλληλος και εισιτήριο, ο κατά τα φαινόμενα ναύτης, χαμογέλασε, χωρίς κάποιο ίχνος δοντιού πάνω στα ούλα του, και του απάντησε, κάτι, σε μια γλώσσα που κανείς δεν κατάλαβε. Ο Φραντσέσκο προσπάθησε να του εξηγήσει για ακόμα μια φορά, με αρκετή υπομονή, πως έχει η κατάσταση και ο ναύτης από την δική του μεριά εξηγούσε, στην δική του ακατανόητη γλώσσα, τα δικά του δίκια που σύμφωνα με το ύφος του πρέπει να ήταν ένα ολόκληρο βουνό!
Χάζεψε για λίγο τον ανόητο διάλογο των δύο αντρών, παρατηρώντας το απελπισμένο ύφος του φίλου του και μετά έμεινε να κοιτάει το σκοτεινό νερό του ποταμού χωρίς νόημα ξέροντας καλά πως ο Φραντσέσκο δεν είχε καμιά τύχη.
Το τοπίο στις ακτές επέμενε στο ίδιο ακριβώς μοτίβο εδώ και ώρα, δέντρα που έφταναν μέχρι τα νερά, χιλιάδες πουλιά, εκ γενετής ανήσυχα, να πετούν νευρικά από κορυφή σε κορυφή ενώ που και που μερικές μυστικοπαθείς μαϊμούδες κοιτούσαν από τα ψηλά κλαριά, γεμάτες περιέργεια, το πλεούμενο που κυλούσε ήρεμα πάνω στα νερά. Ένιωθες λες και η φύση δεν ήταν προικισμένη με καμιά απολύτως φαντασία. Κάτι που θα σε έκανε να ξαφνιαστείς, να βγάλεις μια κραυγή έκπληξης. Μόνο μια απερίγραπτη μονοτονία σε όλο του φόντο που σε έριχνε κάθε λεπτό σε λήθαργο. Αν δεν ήταν σίγουρος πως είχαν αφήσει το λιμάνι της πόλης του, τότε θα ορκιζόταν στον ίδιο τον θεό, του Πατέρα Τζιοβάνι, ότι το πλοιάριο έμενε ακίνητο και η γη, δίπλα τους, κινούνταν παράλληλα με αυτό.

Συνεχίζεται…

Ο Γιώργος Φράγκος γεννήθηκε στην Αθήνα και έζησε ως την ενηλικίωσή του στη Βενεζουέλα. Ταξίδεψε και γνώρισε χώρες όπως η Βραζιλία, η Κολομβία, ο Ισημερινός και η Ινδία στην οποία αντάμωσε φωτισμένους ανθρώπους που για οχτώ χρόνια μαθήτευσε μαζί τους και άλλαξαν τη στάση ζωής του.
Ο γυρισμός στην Ελλάδα τον βοήθησε να αποπειραθεί να γράψει το πρώτο μυθιστόρημά του.
Συνεργάστηκε με την free press εφημερίδα press4all (στην θέση του αρχισυντάκτη – χρονικογράφου), με την ATHENS VOICE, Lifo και το περιοδικό ΓΡΑΦΙΣΤΑΣ. Διηγήματά του επίσης έχουν δημοσιευθεί στο ηλεκτρονικό περιοδικό The Machine και Anemos Magazine. Το μυθιστόρημά του «Ο Άνθρωπος που Έχασε το Είδωλο του» -που είναι το πρώτο του βιβλίο- έχει βραβευθεί με Έπαινο στον λογοτεχνικό διαγωνισμό της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών και το διήγημα του «Πόλεμος στην Πορτοκαλί Πόλη» έχει βραβευθεί στον λογοτεχνικό διαγωνισμό της Κοβεντάρειου Βιβλιοθήκης.

Στις 21 Οκτωβρίου 2017, ο Γεώργιος Φράγκος παρουσίασε στον ΙΑΝΟ στη Σταδίου το νέο του βιβλίο με τίτλο «Ο άνθρωπος που έχασε το είδωλό του», Εκδόσεις Ταξιδευτής

Λίγα λόγια για το βιβλίο:
Το είδωλο ενός ανθρώπου ξεριζώνεται μέσα από τον καθρέφτη και εμφανίζεται μπρος του.
Το πλασματικό είδωλο, το άλλο εγώ, το επιθυμητό, το ιδανικά πλασμένο.
Το παράδοξο ξενίζει αλλά γίνεται αποδεκτό ως φυσιολογικό, όμως το είδωλο, που ξεκινάει να γνωρίζει την ζωή, θέλει περισσότερα, γίνεται άπληστο και θέλει να αποκτήσει με κάθε κόστος την θέση του στην πραγματικότητα.
Ένας έρωτας όμως έρχεται να ανατρέψει την ιστορία, όλα ξαφνικά αλλάζουν, οι χαρακτήρες, οι άνθρωποι, η ιστορία.
Η διεκδίκηση της ζωής, αυτής που σαν δώρο μας έχει δοθεί, γίνεται δυνατή μόνον όταν συνειδητοποιηθεί το γεγονός πως μπορεί να χαθεί.
Μέσα από αυτό το κοινωνικό θρίλερ και τους συμβολισμούς του αναδεικνύεται η καλά κρυμμένη δύναμη της ψυχής του καθενός. Κι αυτή η δύναμη πολλαπλασιάζεται από τον έρωτα που λειτουργεί σαν μοχλός ανακίνησης της σκέψης, της απόφασης, της ανθρώπινης άμυνας και λειτουργίας.

Μπορείτε να πλοηγηθείτε στη σελίδα του ή να βρείτε τον Γιώργο Φράγκο στο Facebook


    Αφήστε μια απάντηση

    Your email address will not be published. Email and Name is required.

    Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.