Το πρώτο μου μπάνιο


Σφύριζα αμέριμνος το τραγουδάκι Breathless του Λευτέρη Πανταζή* ενώ περπάταγα στον όμορφο ρυθμό του, κάπου στην Αγία Παρασκευή, τον πιο ασφαλτοστρωμένο Δήμο της Αττικής, ίσως και του ηλιακού συστήματος. Σκεφτόμουν πως αυτές τις μέρες ενώ είχατε στραμμένη την προσοχή σας αλλού, συνέβησαν δύο κοσμοϊστορικα γεγονότα: έκανα ήδη δύο μπάνια στη θάλασσα ενώ ακόμη δεν είναι 15 Αυγούστου και επίσης, παρακολούθησα δίωρη επίδειξη TupperWare μετά από παγίδα γειτόνισσας με δόλωμα σπανακόπιτα. Θα σας πω για την πρώτη περίπτωση που νιώθω τόσο περήφανος και που θα έπρεπε να βραβευτώ από την πολιτεία ή έστω από τον Δήμαρχο, με το πιο Ασφαλτοστρωμένο Κλειδί της Πόλης.
Να πως έγινε. Περίπου, δέκα ημέρες πριν.
Σφύριζα αμέριμνος το τραγουδάκι I Love you Baby της Έφης Θώδη όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Στην άλλη άκρη της γραμμής ένας φίλος λίγο παράξενος μα τόσο καλό παιδί. «Έλα Μιχαήλ» μου είπε «αύριο το πρωί θα έρθω να σε πάρω να πάμε για μπάνιο». Και μου το έκλεισε. Κοίταξα το ημερολόγιο, λέω πότε έφτασε Δεκαπενταύγουστος, πως περνούν τα χρόνια. Κοίταξα και το Χρηματιστήριο Καρπουζιών να δω τιμές, μα του κάκου. 31 Μαϊου έλεγε το ημερολόγιο ενώ το καρπούζι ήταν ακόμη πανάκριβο, το πούλαγαν σε φέτες.
Του τηλεφωνώ και του λέω άκυρο, να το ξεχάσει, εγώ δεν είμαι ούτε χειμερινός κολυμβητής ούτε ακτιβιστής της Greenpeace να βουτάω για να σωθούν οι πιγκουίνοι. Από τώρα το πρώτο μου μπάνιο; Επέμεινε, χρησιμοποίησε και κάποιες πληροφορίες που ξέρει για εμένα «και καλό θα ήταν να μην ανοίξει το στόμα του». Μάλιστα, μου είπε πως θα περάσει κατά τις 08:00 το πρωί να με πάρει με το αμάξι. Και μου το έκλεισε. Δέχτηκα φυσικά. Να αφήσω τον φίλο μου να πάει μόνος του;
Αρχισα να ψάχνω το μαγιώ μου και τη μάσκα. Εχω μια μάσκα με τη φάτσα του Πάγκαλου. Ντρεπόμουν να βγω έτσι στην παραλία: είμαι άσπρος σαν παγόβουνο, αλλά και στο βάρος. Άσε που κρυώνω τόσο, μα τόσο πολύ. Εν τω μεταξύ αυτός ο φίλος θέλει να πηγαίνουμε σε κοσμικές παραλίες με ημίγυμνες θεές και γυμνασμένους τιποτένιους.
Το πρωί ήρθε και με μάζεψε, αγοράσαμε καφεδάκια από τον δρόμο και πήγαμε κάπου μετά τη Σαρωνίδα. Ήταν πολύ πρωί ακόμη κι ευτυχώς όλοι όσοι ήταν στην παραλία εκείνη τη στιγμή, ήταν πιο άσχημοι από εμένα. Είδα τη θάλασσα, ήταν περίεργα ακίνητη, σαν να μια μεγάλη παγωμένη μάζα. Μπαίνει ο φίλος πρώτος, τον είδα που ζορίστηκε. Περπάταγε -με το νερό μέχρι τους αστραγάλους- πάνω κάτω την παραλία σαν ισοβίτης, έπαιρνε νεράκι με το χεράκι κι έβρεχε με νανοσταγονίδια νερού τούς ώμους του, τον αυχένα, τα νεφρά κ.λπ. «Έλα Μιχαήλ, το νερό είναι υπέροχο» μου φώναξε, ούτε ο Τσίπρας δεν λέει τέτοια. «Ρε άσε» του φωνάζω, κλαίγοντας «εγώ δεεεε μπαίνω».
Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε στην παραλία μια κυρία, εκπάγλου καλλονής που είχε φάει τη ζωής της στα γυμναστήρια. Εντυπωσιάτηκα. Σκούπισα τα δάκρυα, ρούφηξα την κοιλιά όσο αυτό είναι δυνατό και χρωμάτισα τη φωνή σαν ραδιοφωνικός παραγωγός μεταμεσονύκτιας εκπομπής: «πως κάνεις έτσι» φώναξα στον φίλο μου «δεν θυμάσαι τα μπάνια που κάναμε στα φιορδ»; Κι έτρεξα να βουτήξω με τη μία να τελειώνει το μαρτύριο. Ακούμπησα με το πόδι το νερό που ήταν τόσο κρύο, μα τόσο κρύο που ένιωσα σαν να χτυπώ το δάκτυλο σε κομοδίνο. Πήγα να φρενάρω, μα με τη φόρα που είχα πάρει ήταν πολύ αργά. Σκόνταψα κι έπεσα με τα μούτρα στη θάλασσα. Είδα τη μάνα μου να με ταϊζει κέρμπερ μήλο, το δάσκαλο μου στην Ε’ Δημοτικού που με έβριζε, τη συμμαθήτριά μου τη Φιλίτσα που δεν με ήθελε (λεσβία μάλλον, αλλιώς δεν εξηγείται), τον Υποδιοικητή μου στην Αερονομία να με τραβάει από το πόδι για να ξυπνήσω και άλλες τρεις χυλόπιτες, έξι απολύσεις, δυο εξορίες και μια πτώχευση. Μετά λιποθύμησα εντελώς.
Σήμερα δεν έχω πολύ καλή διάθεση.

* Το κείμενο γράφτηκε στις 10/6/2018
©Photo: Abigail Lynn


    Αφήστε μια απάντηση

    Your email address will not be published. Email and Name is required.

    Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.