Στην ουρά


Περίμενα σε μια ουρά και σφύριζα αμέριμνος το Boom Boom Boom του Καρβέλα. Μπροστά μου χάζευα μια κυρία που νόμιζε πως ήταν ακόμη στην Πάρο, σοκολατοπορτοκαλί από τα solarium, ημίγυμνη, με πολλά χαϊμαλιά. Μου άρεσε. Μάλιστα έκανα και όνειρα. Μας φανταζόμουν να τρέχουμε χέρι χέρι στα στάχυα, να με παρακαλάει να μην την παρατήσω, να πληρώνουμε μισό μισό το λογαριασμό της ΔΕΗ. Βέβαια εκείνη έκανε πως δεν μου δίνει σημασία, σαν να μην υπάρχω -και καλά- αλλά εγώ τις ξέρω τις γυναίκες και απ΄έξω και ανακατωτά.
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή χώθηκε ένας κύριος μπροστά μου με εμφάνιση εισπράκτορα στα ΚΤΕΛ και μαλλί ψευδοροφή. Φούντωσα. «Κύριε, μου πήρατε τη σειρά! Ή δεν με εί-δα-τε μήπως;» Τον ειρωνεύτηκα. Φώναζα για να κάνω φιγούρα στην ημίγυμνη και μάλιστα έφτιαξα και τη φωνή μου πιο μπάσα. Συνέχισα: «Είμαι 105 κιλά, 1,87 (είμαι 1.84 αλλά το 1,87 ακούγεται περισσότερο εντυπωσιακό, επίσης μου έκοψα επτά κιλά), με σκουλαρίκι και τατουάζ, με ξυρισμένο κρανίο και λα-δί μάτια και κάνετε πως δεν με είδατε;!» Πρέπει να το παράκανα λίγο με τις φωνές και το όλο στυλ γιατί ένα παιδάκι έβαλε τα κλάματα ενώ μια κυρία που γεννήθηκε όταν ο πλάτανος της Μακρυνίτσας ήταν ακόμη φακή σε μπαμπάκι, λιποθύμησε, μπορεί και να πέθανε.
Κάποια στιγμή μου λέει ο ανθρωπάκος: «Αααα ξέρω Καράτε». Ουπς! Ξεροκατάπια. Δεν έλεγε να φάω ξύλο, ρεζίλι. Άσε που φοβάμαι τον πόνο. Έχασα τα λόγια μου, το γύρισα: «Εκανα λάθος, μην με χτυπήσετε σαν χταπόδι, σας πέρασα για έναν ξάδελφό μου που μου έφαγε τις τηγανιτές πατάτες, εξού και ο τόσος θυμός. Σας ζητάω συγγνώμη, είστε πολύ όμορφος».
Απόρησε με την πιρουετική αλλαγή στάσης μου. «Πριν λίγο με βρίζατε και τώρα μου γλυκομιλάτε;» με ρώτησε. «Μα μου είπατε: Αααα ξέρω Καράτε» του απάντησα με ελαφριά επίκυψη. «Δεν σας είπα αυτό, σας είπα αααα το πόδι μου πατάτε». Πω πω δεν ακούω καλά. Δε βλέπω κιόλας. Πήρα τα πάνω μου, όρθωσα τον κορμό μου και σιγοψυθίρισα: «Δηλαδή δεν ξέρετε καράτε; Ούτε Ταέ Κβο Ντο; Κουνγκ φου μήπως; Οπλοφορείτε;»
«Τι λέτε κύριέ μου, εγώ ούτε να κουνηθώ δεν μπορώ. Έχω άσθμα, μηνίσκο, πονοκέφαλο και ουρολοίμωξη». Πήρα τα πάνω μου. Τον ξαναέβρισα σκαιότατα, του έριξα και δυο ανάποδα χαστούκια μέχρι που ήρθε η σειρά μου στον γκισέ. «Παρακαλώ» είπα «μια εγγραφή στο γυμναστήριό σας». «Μα τι λέτε κύριε; Δεν είναι εδώ…» Είχα ξεχαστεί με τόσες ουρές. Ήμουν στην εφορία. Έβγαλα μια χούφτα πενηντάρικα και του τα έδωσα: «Να αυτά έχω για την εφορία, τον άλλο μήνα πάλι». «Ποια εφορία κύριε; Εδώ είναι Εκλογικό Κέντρο. Πάρτε ψηφοδέλτια από εκεί…», Χάνω το μυαλό μου μάλλον. Σήμερα δεν έχω πολύ καλή διάθεση.


    Αφήστε μια απάντηση

    Your email address will not be published. Email and Name is required.