Η κατσαρίδα


Ήμουν ολομόναχος στο σπίτι, έπινα καφεδάκι και σφύριζα αμέριμνος το Εφ’ όλης της Ύλης του Στέφανου Κορκολή όταν άκουσα ακριβώς πίσω μου βήματα. Βήματα με ξύλινα τσόκαρα, τόσο δυνατά. Γενικά είμαι ψύχραιμος. Άρχισα να κλαίω λίγο, ενώ ο κρύος ιδρώτας που έλουσε το T-Shirt μου τόνισε όμορφα τις γραμμές μου. Γύρισα αργά αργά, μια κατσαρίδα! Δεν είχα ξαναδεί τόσο μεγάλη. Στην αρχή νόμιζα πως ήταν ταύρος Γουατεμάλας και ηρέμησα λίγο, ωστόσο σύντομα συνειδητοποίησα πως στην Αγία Παρασκευή δεν έχουμε ταύρους Γουατεμάλας. Ήταν κατσαρίδα! Την κοίταξα, κι εκείνη μου κούνησε τις κεραίες της που ήταν πιο μεγάλες και από αυτές στην κορυφή του Υμηττού. Σηκώθηκα αργά, έκανα δυο βήματα πίσω σε slow motion και καπάκι Μπένυ Χιλ. Ετρεξα με ταχύτητες φωτός μέχρι το κρεβάτι, για να κρυφτώ από κάτω, κλαίγοντας φυσικά και φωνάζοντας Φύγε! Φύγε! Στο κρεβάτι από κάτω δεν καταφέρα να κρυφτώ, αφ’ ενός είμαι πολύ χονδρός για να χωρέσω κάτω από οποιοδήποτε κρεβάτι, αφ’ ετέρου το κρεβάτι μου είναι κτιστό οπότε δεν έχει «από κάτω». Εκείνη τη στιγμή θυμήθηκα πως έχω στο ντουλάπι ένα θαυματουργό κατσαριδοκτόνο της Bayer. Καταπληκτικό αλήθεια, πρέπει το κυρίως συστατικό του να είναι νερό από τη Φουκουσίμα ή τη λίμνη Καρατσάι. Σκοτώνει ακαριαία. Το ανακάλυψα  -πριν από χρόνια- όταν έμενα στο Κέντρο του Χαλανδρίου. Είχαν γκρεμίσει τότε μια μονοκατοικία δίπλα μας η οποία άνηκε σε μια μοναχική γριούλα που μάζευε σκουπίδια. Από εκεί ξεπήδησαν είκοσι τρία δισεκατομμύρια κατσαρίδες και γέμισε η γειτονιά. Πήγα σε ένα κατάστημα και ζήτησα το πιο θανατηφόρο κατσαριδοκτόνο του κόσμου αυτού αλλά και των παράλληλων Συμπάντων. Ο υπάλληλος ήταν Πακιστανός και μου πρότεινε με ενθουσιασμό το συγκεκριμένο κατσαριδοκτόνο. Οι Πακιστανοί λόγω κατοχής πυρηνικών όπλων φαίνεται πως γνωρίζουν από κατσαρίδες. Ήμουν τυχερός, με το που πήγα σπίτι με το καινούργιο μου υπερόπλο, ούτε δύο ώρες μετά εμφανίστηκε μια κατσαρίδα, τεράστια σαν δεξαμενόπλοιο. Δεν έχασα χρόνο, την ψέκασα και αυτή έπεσε ανάποδα με τη μία χωρίς να την αγγίξω. Παίκτης του Ολυμπιακού; Την κούνησα, την πάτησα, είχε πεθάνει εντελώς, δεν είχα ξαναδεί κάτι τέτοιο, παλιά μόνο να τις τραυματίσεις μπορούσες. Τι χαρές έκανα, βρήκα το Άγιο Δισκοπότηρο! Από εκεί και μετά δεν ξαναείδα κατσαρίδες στο Χαλάνδρι, σίγουρα βέβαια θα βοήθησε και πως μετακόμισα στην Αγία Παρασκευή.
Μην πλατειάζω όμως. Άπλωσα στο χωλ σακιά με άμμο, έστησα αγκαθωτό συρματόπλεγμα ώστε να κρατήσω άμυνες σε περίπτωση επίθεσης της κατσαρίδας στα μετόπισθεν και πήγα στην κουζίνα έρπειν να βρω το σούπερ κατσαριδοκτόνο. Το βρήκα! Να πω εδώ πως η συσκευασία έχει αυτή τη φοβερή σήμανση με το νεκρό ψάρι και το δέντρο, τη λατρεύω! Είναι σαν να ψεκάζεις, εξαπολύεις θα έλεγα τους Αγγέλους της Αποκάλυψης. Οπλισμένος πια με σιγουριά και ύφος πήγα στο σαλόνι να την βρω. Δεν δυσκολεύτηκα. Καθόνταν στο γραφείο μου και κοίταζε τα μηνύματά μου στο κινητό. Αν είναι δυνατόν, τι αδιακρισία. Πλησιάζω εκνευρισμένος, με το δάκτυλο στο ψεκάζ και… Εσύ δεν είσαι ο Μιχάλης ο γραφίστας; μου λέει η κατσαρίδα. Σάστισα! Που με ξέρει; Θα ήθελα, μου είπε, να μου φτιάξεις μερικά έντυπα κι ένα λογότυπο, θα σου δώσω προκαταβολή και θα σε εξοφλήσω στην παράδοση. Την ψέκασα! Την μάζεψα με δυο ρολά χαρτί κουζίνας και την πέταξα σε μια σακούλα την οποία έδεσα με επτά κόμπους. Θα μου έδινε και προκαταβολή; Και θα με εξοφλούσε κιόλας; Ψεύτρα κατσαρίδα. Σήμερα δεν έχω πολύ καλή διάθεση.


    Αφήστε μια απάντηση

    Your email address will not be published. Email and Name is required.