Η απίστευτη περιπέτεια του Χουάν (9)


του Γεώργιου Φράγκου

«Χαίρομαι πολύ που σας γνωρίζω και από κοντά. Στις ελάχιστες ώρες που βρίσκομαι στην πόλη σας πρόλαβαν να μου μιλήσουν για εσάς και να με ενημερώσουν πως ίσως να είστε ο μόνος που μπορείτε να με φιλοξενήσετε για λίγες ημέρες. Ονομάζομαι Φραντσέσκο Κερ».
«Θέλετε να μείνετε στην πόλη μας;» ρώτησε με απόλυτη έκπληξη στα μάτια ο Πατέρας Τζιοβάνι ενώ με τη σειρά του και ο Ζαπάτο είχε γουρλώσει τα μάτια, κοιτάζοντας επίμονα τον ξένο σαν να ήταν κάποιο περίεργο ξωτικό του δάσους.
«Αυτό και αν μου κάνει εντύπωση κύριε Κερ. Ξέρετε οι άνθρωποι που επισκέπτονται αυτήν την ξεχασμένη πόλη…»
«Είναι Ιταλός σαν εσάς Σενιόρ Τζιοβάνι, Ιταλός και εξερευνητής» διέκοψε ο Χουάν, χαμογελώντας μέχρι τα αυτιά που μπόρεσε με τις γνώσεις του να ξεκαθαρίσει όσα προβλημάτιζαν τον ιερέα. Ο ιερέας κοίταξε τον Χουάν και χωρίς να κουνήσει το κεφάλι του κοίταξε τον Φραντσέσκο στα μάτια, ρωτώντας τον αν αυτά που έλεγε ο μικρός είχαν κάποια δόση αλήθειας, μιας και γνώριζε αρκετά καλά την ιδιοσυγκρασία των κατοίκων του Σαν Πέδρο που πάνω σε μια απλή ιστορία έβαζαν τόση πολλή φαντασία αρκετή για να την κάνει ολόκληρο έπος.
«Έτσι ακριβώς είναι». Ο Πατέρας Τζιοβάνι έδειξε να ενθουσιάζεται με την απάντηση του ξένου. Όρθωσε αμέσως το κορμί του και χαμογέλασε εγκάρδια προς τον συμπατριώτη του.
«Ξέρετε δεν έχω πολλές ευκαιρίες σε αυτόν τον τόπο να συναντώ έναν άνθρωπο από την πατρίδα» είπε σχεδόν συγκινημένος.
«Σας παρακαλώ ας προχωρήσουμε προς την εκκλησία ώστε να ξεκουραστείτε και να μου μιλήσετε για την πατρίδα. Αλήθεια από που είστε;»
«Από ένα χωριό νότια της Φλωρεντίας, το Λεβάνε».
«Μα τι μου λέτε, ξέρετε που μεγάλωσα εγώ; Στο Αρέτσο!!»
«Ξέρετε Σενιόρ Τζιοβάνι ο Σενιόρ Φραντσέσκο…» είπε ο Χουάν, προσπαθώντας να βοηθήσει, αλλά ο Πατέρας Τζιοβάνι δεν τον άφησε.
«Σε λίγο Χουάν, θα μου εξηγήσεις σε λίγο τα πάντα, ας πάμε όμως σε παρακαλώ πρώτα τον κύριο στην εκκλησία. Και εσύ Ζαπάτο σταμάτα επιτέλους να κοιτάζεις έτσι τον επισκέπτη μας, δεν καταλαβαίνεις ότι τον φέρνεις σε δύσκολη θέση;»
Ο Φραντσέσκο χαμογέλασε αμήχανα προς τον Ζαπάτο ενώ ο Ζαπάτο χαμήλωσε απότομα το βλέμμα του και κοίταξε τον Χουάν που είχε μείνει και αυτός ακίνητος στην προσπάθειά του να κατανοήσει την απρόσμενη αλλαγή συμπεριφοράς του Πατέρα Τζιοβάνι. Όταν οι δυο Ιταλοί προπορεύθηκαν, ο Χουάν που τους ακολουθούσε παρέα με τον Ζαπάτο, εξήγησε πως αυτήν την παράξενη αλλαγή διάθεσης την έχουν οι περισσότεροι άνθρωποι από την άλλη μεριά της θάλασσας. Τουλάχιστον έτσι του είχε πει η μητέρα του.

Είχε βραδιάσει για τα καλά στην Σαβαρτίδ καθώς ο Χουάν σκεφτόταν πως τελικά δεν είχε καταφέρει να εξηγήσει στον ιερέα ότι ο ξένος που είχε έρθει στην πόλη θα έμενε σε αυτήν μόλις δύο ημέρες. Ανασηκώθηκε από το κρεβάτι του και έμεινε ακίνητος για να ακούει την τροπική βροχή που είχε έρθει ξαφνικά από τα δυτικά. Ο ήχος πάνω στην τσίγκινη σκεπή τον νανούριζε, αλλά όχι τόσο ώστε να τον κάνει να κοιμηθεί. Όλα μέσα στο μικρό σπίτι της οικογένειας Blasa ήταν άκρως ειρηνικά. Ακόμα και ο Κακάο που όλο ρουθούνιζε ή περπατούσε στα νύχια είχε σήμερα αποκοιμηθεί.
Ο Χουάν ξάπλωσε στο άβολο μαξιλάρι του και κοίταξε την τσίγκινη οροφή που ακόμα δεχόταν τις υγρές βολές της βροχής. Ένιωσε τα μάτια του λίγο να βαραίνουν, αλλά ήταν σίγουρος πως θα παρέμενε ξύπνιος. Ξαφνικά άκουσε μια βοή σαν ποταμού και το νερό εισχώρησε μέσα στο δωμάτιο του, παρασέρνοντας κάθε τι στο διάβα του. Προσπάθησε να φωνάξει, αλλά κατάλαβε πως ήταν μάταιος κόπος. Αισθάνθηκε τον φόβο να τον πλημμυρίζει καθώς το όνομα της Μπλάνκα ήταν το πρώτο πράγμα που του ήρθε στο μυαλό. Ωστόσο τυλιγμένος πλέον μέσα στον υδάτινο μανδύα του χειμάρρου που τον παρέσερνε προς τον νότο αδυνατούσε να δει κάτι άλλο δίπλα του πλην του νερού που τον περικύκλωνε. Τα φώτα από το αεροδρόμιο του Σαν Πέδρο έδειχναν να απομακρύνονται με ιλιγγιώδη ταχύτητα ενώ ο ίδιος αιωρούνταν στο κενό. Κοίταξε με περισσότερη προσοχή γύρω του, προσπαθώντας ταυτόχρονα να νικήσει τον φόβο που τον είχε τρομοκρατήσει, δεν μπορούσε να πιστέψει πως όλη αυτή η νεροποντή δεν είχε κατεβάσει ούτε ένα κλαδί στο ποτάμι. Με απόλυτη νευρικότητα κοίταξε με περισσότερη προσοχή πάνω στα μαύρα νερά και τότε είδε δίπλα του δυο κορμούς να επιπλέουν. Η ανακούφιση που ένιωσε τον έκανε να πάρει δυνάμεις και να απλώσει το χέρι του στον πιο κοντινό ωστόσο αμέσως μόλις τον άγγιξε ένιωσε μια περίεργη ανατριχίλα, το βλέμμα του απλώθηκε πάνω στον γλιστερό μαύρο κορμό, σε μια προεξοχή του είδε έκπληκτος να ανοίγει ένα βλέφαρο και ένα στρογγυλό μάτι να τον κοιτάει εντελώς ψυχρά. Τράβηξε απότομα το χέρι του, βλέποντας τον μαύρο Καϊμάν να τον κοιτάζει με περιέργεια. Το ένστικτό της επιβίωσης τον έβαλε να απλώσει το χέρι του και να γραπώσει τον άλλον κορμό που έπλεε δίπλα του. Μόλις ακούμπησε και αυτόν κατάλαβε πως και ο δεύτερος από τους τρεις Καϊμάν που πριν λίγες ημέρες λιάζονταν αμέριμνοι στις ακτές της Μιδιγάρδ, ταξίδευαν μαζί του προς τον νότο. Το αίμα του Χουάν πάγωσε στην σκέψη ότι ο τρίτος της παρέας σίγουρα ήταν κάπου εκεί γύρω χωρίς όμως να έχει φανερώσει τις προθέσεις του. Για τους άλλους δυο δεν είχε αμφιβολία ότι ήταν τόσο ξαφνιασμένοι από την πλημμύρα που το μόνο που δεν σκεφτόνταν ήταν να του επιτεθούν. Ωστόσο η απάντηση για την τύχη του τρίτου της παρέας δεν άργησε να έρθει αφού χωρίς καμία απόλυτως προειδοποίηση -αρετή που διακρίνει τους Καϊμάν – αναδύθηκε στο πλάι του με το τεράστιο στρογγυλό του μάτι να τον κοιτάζει αυθάδικα. Ο Χουάν κυριευμένος από τον τρόμο ότι θα γίνει ένα απλό γεύμα έσπρωξε με όλη τη δύναμή του το σώμα του Καϊμάν χωρίς όμως να μπορέσει να τον μετακινήσει στο ελάχιστο.

Συνεχίζεται…

* Ο Γεώργιος Φράγκος γεννήθηκε το 1972 στην Αθήνα. Σπούδασε οδοντοτεχνίτης όπου μέχρι και σήμερα συνεχίζει να ασκεί το επάγγελμα. Για ένα διάστημα βρέθηκε να αρθρογραφεί στην εφημερίδα press4all ενώ άρθρα του έχουν δημοσιευθεί στις εφημερίδες Athens Voice, Lifo και Βήμα. Διηγήματά του επίσης έχουν δημοσιευθεί στο ηλεκτρονικό περιοδικό The Machine και Anemos Magazine.
Το βιβλίο του «Ο Άνθρωπος που Έχασε το Είδωλο του» έχει βραβευθεί με έπαινο από τον λογοτεχνικό διαγωνισμό της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών και το διήγημα του «Πόλεμος στην Πορτοκαλί Πόλη» έχει λάβει το πέμπτο βραβείο στον λογοτεχνικό διαγωνισμό της Κοβεντάρειου βιβλιοθήκης.
Από το 2000 που ασχολείται με την συγγραφή έχει γράψει αρκετά μυθιστορήματα και διηγήματα.

Μπορείτε να τον βρείτε στο Facebook.


    Αφήστε μια απάντηση

    Your email address will not be published. Email and Name is required.