Η απίστευτη περιπέτεια του Χουάν (6)


του Γεώργιου Φράγκου

Ο Χουάν δεν επέμεινε και πολύ καθώς φοβόταν αρκετά τα αεροπλάνα, πόσο μάλλον όταν οι μοναδικές εικόνες που είχε για τα αεροπλάνα προέρχονταν από το χωμάτινο αεροδρόμιο της πόλης όπου σε κάθε προσγείωση ή απογείωσή τους αποχαιρετούσαν και από μια λαμαρίνα. Ο Χουάν τις μάζευε ενώ ο Αλβάρο, θέλοντας να πραγματοποιήσει μια καλή εκδούλευση τις στοίβαζε όλες μαζί κάτω από ένα υπόστεγο όπου μόλις έφτανε το επόμενο αεροπλάνο τις έδειχνε στον εκάστοτε πιλότο που – δυστυχώς για τον Αλβάρο – με την σειρά του τις αγνοούσε επιδεικτικά.
«Γερά σκαριά αυτά τα μαραφέτια» είπε μια μέρα μέσα σε ένα απαύγασμα σοφίας στον γιο του και ο Χουάν αν και κούνησε το κεφάλι του δεν συμφωνούσε καθόλου.
Η ημέρα που έμελε να αλλάξει για πάντα την ζωή του Χουάν ξεκίνησε εντελώς απλοϊκά στο αεροδρόμιο όταν ένα από τα καμάρια της πολιτικής αεροπορίας της Σαβαρτίδ προσγειώθηκε κακήν κακός στο Σαν Πέδρο. Ο Χουάν παρέα με τον Κακάο κοίταζε ψηλά τη μαύρη κουκκίδα να παίρνει σχήμα ενώ όταν πλέον προσγειώθηκε περίμενε υπομονετικά τους δυο έλικες των κινητήρων να σταματήσουν και να ανοίξει η πόρτα του αεροπλάνου.
Ο Κακάο λίγα μέτρα πιο μακριά κοίταζε σαν αποβλακωμένος αυτό το παράξενο ζώο που κατέβηκε από τους αιθέρες, λαχανιάζοντας εκκωφαντικά. Κοίταξε με απορία γύρω του να δει μήπως η Νοϊκά προσευχόταν κάπου εκεί κοντά, αλλά δεν την είδε και άφησε ένα ρουθούνισμα να φύγει απαλά από τα πνευμόνια του. Δίπλα στο μπροστινό του πόδι είχε ακουμπήσει ένα Camu Camu, προφανώς για να το φάει αργότερα, αφού εκείνη την στιγμή ήταν φανερά συνεπαρμένος από το εκπληκτικό γεγονός της άφιξης αυτού το μεγαλοπρεπούς θηρίου.
«Έλα δίπλα μου» του είπε σε έντονο ύφος ο Χουάν όμως ο Κακάο έμεινε να τον κοιτάζει ακίνητος με στρογγυλά μάτια.
«Έλα δίπλα μου είπα!» Ο Κακάο κατάλαβε από την ένταση της φωνής ότι έπρεπε κάτι να κάνει άμεσα, κοίταξε για μια στιγμή το μούρο που είχε αφήσει κατά γης και προσπάθησε να αποφασίσει αν θα ήταν πρέπον να το αφήσει από την προσοχή του, πηγαίνοντας προς τον Χουάν. Για λίγες στιγμές έμεινε μετέωρος, διχασμένος ως προς την απόφαση που καλούνταν να πάρει, εντέλει με μια αποφασιστική κίνηση και αφού είδε τον Χουάν να σμίγει τα βλέφαρα του έτοιμος να του φωνάξει ξανά άρπαξε το Camu Camu με το στόμα του και απομακρύνθηκε σαν σίφουνας προς τα κλειστά δημοτικά γραφεία.
«Κακάο γύρνα αμέσως πίσω!» Άρχισε να στριγκλίζει ο Χουάν που δεν είχε αντιληφθεί καθόλου τον άντρα που στεκόταν δίπλα του και τον χάζευε γελώντας.
«Δικό σου είναι το κουτάβι;» Τον ρώτησε ο άντρας, γελώντας ακόμα από την στριγκλιά του νέου.
«Ε; Ναι …» Είπε σαστισμένος σαν να μην πίστευε τα ίδια τα λόγια του, αλλά αφού το σκέφτηκε λίγο καλύτερα απάντησε αμέσως με ένα πιο στιβαρό ναι.
«Ναι σενιόρ δικός μου είναι!»
«Φαίνεται καλός σκύλος, αλλά όχι τόσο υπάκουος».
«Α Σενιόρ ο Κακάο είναι υπάκουος όμως μια μικρή αδυναμία που έχει στα μούρα τον κάνει πότε πότε να μην με ακούει, θα δείτε μόλις φάει το μούρο του θα έρθει αμέσως δίπλα μου».
«Χαίρομαι που το ακούω. Τι λες θα με βοηθήσεις να μεταφέρω τις αποσκευές μου στην πόλη ή θα πρέπει να περιμένουμε τον Κακάο να φάει πρώτα το μούρο του;»
Ο Χουάν κοίταξε τον ξένο από την κορυφή μέχρι τα νύχια με το απόλυτο ύφος της έκπληξης ζωγραφισμένο στα μάτια και στο πρόσωπο του.
«Λοιπόν;» Τον ξαναρώτησε ο ξένος που χαμογελούσε με το ύφος του μικρού.
«Σενιόρ έχετε σκοπό να μείνετε στο Σαν Πέδρο;»
«Γιατί ρωτάς;»
«Γιατί – και συγχωρέστε με σενιόρ – κανείς δεν έρχεται για να μείνει στο Σαν Πέδρο… μάλλον κανείς δεν έρχεται στο Σαν Πέδρο, όλοι είναι περαστικοί. Έχω την εντύπωση πως είστε ο πρώτος που κατεβαίνει από το αεροπλάνο για να μείνει στην πόλη». Ο ξένος κούνησε το κεφάλι του εντυπωσιασμένος από την μοναδικότητα που του είχε προσδώσει ο Χουάν.
«Η αλήθεια μικρέ είναι πως θα μείνω λίγες μέρες στο Σαν Πέδρο και μετά θα φύγω με ένα πλοίο προς τον νότο για να εξερευνήσω τον Αμαζόνιο». Ο Χουάν, στο άκουσμα αυτού που μόλις του είχε πει ο ξένος, είχε μείνει στήλη άλατος. Τον κοίταζε αποσβολωμένος με τον απόλυτο θαυμασμό να διαχέεται μέσα στο πράσινο χρώμα των ματιών του. Ούτε ο ήχος της λαμαρίνας που έπεσε από το αεροπλάνο την ώρα που απογειωνόταν, αλλά ούτε και ο ερχομός του Κακάο δεν μπόρεσε να του αποσπάσει την προσοχή από αυτόν τον απόλυτο ήρωα που μόλις είχε αναδυθεί εμπρός στα μάτια του.
«Με κάνεις και τρομάζω μικρέ. Αναρωτιέμαι μήπως δεν θα έπρεπε να μείνω σε αυτήν την πόλη». Του είπε μεταξύ σοβαρού και αστείου ενώ την ίδια στιγμή χάζευε τον Κακάο που λαχάνιαζε με την γλώσσα κρεμασμένη έξω από το στόμα του καθισμένος δίπλα στον Χουάν ενώ λίγο από το κίτρινο χρώμα του Camu Camu στα μουστάκια του πρόδιδε την λαχτάρα του για αυτά τα φρούτα.
«Ε, όχι, όχι Σενιόρ. Να μείνετε και εγώ θα είμαι συνεχώς δίπλα σας, ότι θέλετε, εγώ και ο Κακάο θα, θα, θα… ότι θέλετε σενιόρ».
«Πως σε λένε είπαμε μικρέ;»
«Χουάν σενιόρ».
«Χάρηκα Χουάν, το δικό μου όνομα είναι Φραντσέσκο και θα ήθελα να σταματήσεις το σενιόρ και να με φωνάζεις με το όνομα μου».
Τα χτυπήματα για τον Χουάν ήταν απανωτά, δεν ήξερε αν έπρεπε να χαίρεται ή να αρχίσει να τρομάζει για την μοίρα.
«Σενιόρ … Φραντσέσκο μήπως είστε Ιταλός;»
«Βρε διάολε είσαι ξύπνιος εσύ! Πράγματι είμαι μισός Ιταλός από την μητέρα μου, ο πατέρας μου είναι από την Βρετανία».
«Χουάν τι συμβαίνει, τι χρειάζεται ο κύριος;» Ακούστηκε από μακριά η φωνή του πατέρα του Χουάν που μόλις είχε γυρίσει μαζί με την Νοϊκά από τη διακομιδή της αλληλογραφίας.
«Πατέρα είναι ο σενιόρ Φραντσέσκο που θα μείνει στην πόλη για λίγες ημέρες και μετά θα πάει στον νότο να εξερευνήσει την ζούγκλα. Είναι από την Ιταλία!» Τόνισε με έμφαση ο Χουάν σαν να είχε αποδώσει στον ξένο τον απόλυτο τίτλο τιμής, ενός υπέρτατου ήρωα. Έναν τίτλο όμως που δεν είδε με καθόλου καλό μάτι ο Αλβάρο που αφού παρατήρησε το βλέμμα θαυμασμού και σεβασμού του γιου του προς τον ξένο κούνησε, αντί χαιρετισμού, αδιάφορα ως ψυχρά το κεφάλι του προς τον Φραντσέσκο και έφυγε αμίλητος για να μαζέψει την πελώρια λαμαρίνα που κειτόταν στον αεροδιάδρομο.

Συνεχίζεται…

* Ο Γεώργιος Φράγκος γεννήθηκε το 1972 στην Αθήνα. Σπούδασε οδοντοτεχνίτης όπου μέχρι και σήμερα συνεχίζει να ασκεί το επάγγελμα. Για ένα διάστημα βρέθηκε να αρθρογραφεί στην εφημερίδα press4all ενώ άρθρα του έχουν δημοσιευθεί στις εφημερίδες Athens Voice, Lifo και Βήμα. Διηγήματά του επίσης έχουν δημοσιευθεί στο ηλεκτρονικό περιοδικό The Machine και Anemos Magazine.
Το βιβλίο του «Ο Άνθρωπος που Έχασε το Είδωλο του» έχει βραβευθεί με έπαινο από τον λογοτεχνικό διαγωνισμό της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών και το διήγημα του «Πόλεμος στην Πορτοκαλί Πόλη» έχει λάβει το πέμπτο βραβείο στον λογοτεχνικό διαγωνισμό της Κοβεντάρειου βιβλιοθήκης.
Από το 2000 που ασχολείται με την συγγραφή έχει γράψει αρκετά μυθιστορήματα και διηγήματα.

Μπορείτε να τον βρείτε στο Facebook.


    2 thoughts on “Η απίστευτη περιπέτεια του Χουάν (6)

    Αφήστε μια απάντηση

    Your email address will not be published. Email and Name is required.