Η απίστευτη περιπέτεια του Χουάν (3)


του Γεώργιου Φράγκου

Ο Πατέρας Τζιοβάνι ένιωσε μια ώθηση δίπλα του και ένα σύννεφο σκόνης να υψώνεται εμπρός του. Έκανε αμέσως τον σταυρό του, κλείνοντας τα μάτια και ψιθυρίζοντας μια μικρή προσευχή ενώ λίγες στιγμές μετά είδε τον Χουάν με τη μικρή Μπλάνκα ξοπίσω του να τρέχουν σαν δαιμονισμένοι προς το Ρίο Νέγκρο. Τους κοίταξε με μια μικρή δυσαρέσκεια,  αφού για ελάχιστα δέκατα του δευτερολέπτου πίστεψε πως μια θεία δύναμη ήταν αυτή που τον είχε ταρακουνήσει και είπε και μια μικρή βλαστήμια μέσα από τα χείλη του, ελάχιστα πιο μικρή από την προσευχή που είχε κάνει προ ολίγου, μόνο και μόνο για να τις φέρει σε αντιδιαστολή μεταξύ τους και η πίστη να βγει ολοφάνερα κερδισμένη. Ωστόσο παρόλο που είχε νιώσει ξεγελασμένος ακολούθησε με αργά βήματα τα δυο αδέλφια.
Σε μια πόλη με το ποσοστό των ιθαγενών να ξεπερνάει κατά πολύ το μέσο όρο, ο Πατέρας Τζιοβάνι δεν είχε και πολλές επαφές με το ποιμνίο του, αλλά και το ποιμνίο με τη σειρά του, ήταν ιδιαίτερο ατίθασο ως προς τον ποιμένα του. Οι τελετές τους, η γύμνια τους και ειδικά οι ξύλινες επενδύσεις που εξείχαν από τα μάγουλα και τα χείλη των γυναικών των ινδιάνων τον έκαναν έξω φρενών, αντίθετα αυτές όταν τον έβλεπαν να κοκκινίζει σαν κόκκινος Μακάο χασκογελάγαν, μιλώντας στη γλώσσα τους και μάλλον κοροϊδεύοντάς τον. Ο Πατέρας Τζιοβάνι σε αυτήν την περίπτωση τις κοίταζε με βλέμμα άγριο και κατέφευγε στον οίκο του Θεού για συγχώρεση.
Όποτε βρισκόταν σε καλύτερη διάθεση -πράγμα σπάνιο όσο περνούσαν τα χρόνια και η επίσημη εκκλησία τον είχε ξεχάσει σε αυτήν την πόλη- εμπνεόταν από τα λόγια του Ευαγγελίου, που τον παρότρυνε να διδάξει την πίστη σε κάθε άνθρωπο και παίρνοντας θάρρος από τις πράξεις του Κυρίου, κατέβαλε φιλότιμες προσπάθειες και δίδασκε.
Η αλήθεια ήταν πως μετά από τόσα χρόνια -δεκαεπτά τον αριθμό- πλέον έβλεπε αυτούς τους ανθρώπους σαν παιδιά του. Κάθε αγαθότητά τους τον έκανε να χαμογελάει και ήταν πραγματικά τόσο αγαθοί αυτοί οι άγριοι που μπορούσες να τους κάνεις ό,τι θέλεις. Αντίθετα τους λίγους αποίκους που κατοικούσαν στην πόλη έπρεπε να τους προσέχεις πολύ. Και να μην είχαν κάτι κακό στο μυαλό τους, το βλέμμα τους και μόνο σε προειδοποιούσε ότι θα έπρεπε να το σκεφτείς δυο φορές για να τους γυρίσεις την πλάτη.
Ο Πατέρας Τζιοβάνι συμπαθούσε ιδιαίτερα τον Χουάν γιατί ήταν από τα λίγα παιδιά στην πόλη που έδειχνε να έχει όνειρα πέρα από αυτό το ξεχασμένο σύνορο του κόσμου, πέρα από τη ζούγκλα. Τον κοίταζε και του θύμιζε τον εαυτό του. Ο ίδιος, όταν ήταν νέος ακόμα στον κλήρο, είχε τη δυνατότητα να παραμείνει στη Ρώμη για να συνεχίσει τις σπουδές του. Ωστόσο, παρόλο που η Ευρώπη μπορούσε να του δώσει όσα ζητούσε ήθελε να ταξιδέψει στον Νέο Κόσμο και να δει πράγματα που δεν είχε ξαναδεί, να διδάξει την πίστη του και να μάθει από τους ανθρώπους εκεί. Ένας ακόμα λόγος που συμπαθούσε τον Χουάν ήταν η μητέρα του, η Νοϊκά. Ήταν η μοναδική γυναίκα ιθαγενής που πήγαινε συχνά στην εκκλησία και άκουγε για πολύ ώρα τη λειτουργία, αν και ήταν απόλυτα σίγουρος πως δεν καταλάβαινε λέξη. Καθόταν πάντα κοντά στην εικόνα της Παναγίας και την κοίταζε με τόση λατρεία που στο τέλος τα μάτια της δάκρυζαν. Αυτό το γεγονός είχε κάνει ιδιαίτερη εντύπωση στον ιερέα αλλά τη μοναδική φορά που έκανε το λάθος και ρώτησε την Νοϊκά γιατί είχε δακρύσει αυτή τον αγριοκοίταξε και έφυγε τρέχοντας από τον ναό: ο Πατέρας Τζιοβάνι προκειμένου να μην χάσει τη μοναδική εκπρόσωπο των ιθαγενών αποφάσισε πως δεν θα έπρεπε να επεμβαίνει στο έργο του Θεού που συντελείτε με μυστήριες μεθόδους!
Φτάνοντας αργά προς την όχθη και με έναν ξεμαλλιασμένο σκύλο να τον ακολουθεί χωρίς κάποιο ιδιαίτερο λόγο είδε τον Χουάν να κάθεται πάνω στην καρίνα ενός ξεχαρβαλωμένου -ο Θεός να το κάνει- πλοιαρίου και να κοιτάζει προς τον νότο ενώ η Μπλάνκα ήταν ακριβώς από κάτω του, κοιτώντας τον ικετευτικά. Στάθηκε ακίνητος, προσπαθώντας να αξιολογήσει αν έπρεπε να πει κάτι ή αν ίσως ήταν καλύτερα να αφήσει τον Χουάν και την αδελφή του στις ασχολίες τους. Έξυσε το πάνω μέρος της μύτης του λες και αυτό θα τον βοηθούσε να πάρει τη σωστή απόφαση και σούφρωσε τα χείλη του προβληματισμένος. Ο σκύλος που τον ακολουθούσε είχε κάτσει δίπλα ακριβώς στο πόδι του και ξυνόταν μανιασμένα προσπαθώντας να πετάξει όσους πιο πολλούς ψύλλους μπορούσε από πάνω του. Ο ιερέας πριν αποφασίσει τι έπρεπε να κάνει κοίταξε το αξιολύπητο τετράποδο και σπρώχνοντας το απαλά με το πόδι του απεύθυνε έναν απότομο «ξτττ» με τη βεβαιότητα ότι θα τον έτρεπε σε φυγή. Ο σκύλος όμως πολύ χάρηκε με αυτήν την επικοινωνία και κοίταξε με βαθιά αγάπη τον Πατέρα Τζιοβάνι στα μάτια και του κούνησε ξέφρενα την ουρά ενώ ένα χαμόγελο με μια γλώσσα που έπεφτε ελαφρά προς τα δεξιά, σχηματίστηκε στην ψωριασμένη μουσούδα του. Ο ιερέας κοίταξε τον σκύλο και κούνησε το κεφάλι του απογοητευμένος ενώ την ίδια ακριβώς στιγμή άκουσε την γνώριμη φωνή του Ζαπάτο -φρουτέμπορου της πόλης- να του λέει: «Ωραίο ζώο Σενιόρ Τζιοβάνι!»
«Ζαπάτο δεν αφήνεις τα αστεία;» του απάντησε ευθέως ο ιερέας καθώς ο Ζαπάτο γελούσε δείχνοντας το χωρίς ίχνος δόντια στόμα του.
«Δώσε μου τέσσερα Camu Camu».
O Ζαπάτο κοίταξε με περιέργεια τον σκύλο που άφησε κατά μέρος την αγαπημένη ασχολία του ξυσίματος, περιμένοντας με αγωνία να δει τα ιδιαίτερα αυτά μούρα που φυτρώναν στην περιοχή. Αφού τα μούρα, με την απόλυτη προσήλωση του σκύλου σε αυτά, κατέληξαν στα χέρια του Πατέρα Τζιοβάνι ο ιερέας πήγε να βγάλει κάτι από την τσέπη του, αλλά ο Ζαπάτο σήκωσε τις παλάμες του αρνούμενος να δεχθεί οποιαδήποτε αμοιβή. Με την σειρά του ο Πατέρας Τζιοβάνι σήκωσε το ένα του χέρι τον ευλόγησε και έτσι με αυτόν τον τρόπο ο Ζαπάτο ένιωσε και λίγο υποχρεωμένος μιας και τα τέσσερα, μικρά σαν λεμόνια, Camu Camu σίγουρα δεν αξίζουν όσο μια ευλογία!

Συνεχίζεται…

* Ο Γεώργιος Φράγκος γεννήθηκε το 1972 στην Αθήνα. Σπούδασε οδοντοτεχνίτης όπου μέχρι και σήμερα συνεχίζει να ασκεί το επάγγελμα. Για ένα διάστημα βρέθηκε να αρθρογραφεί στην εφημερίδα press4all ενώ άρθρα του έχουν δημοσιευθεί στις εφημερίδες Athens Voice, Lifo και Βήμα. Διηγήματά του επίσης έχουν δημοσιευθεί στο ηλεκτρονικό περιοδικό The Machine και Anemos Magazine.
Το βιβλίο του «Ο Άνθρωπος που Έχασε το Είδωλο του» έχει βραβευθεί με έπαινο από τον λογοτεχνικό διαγωνισμό της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών και το διήγημα του «Πόλεμος στην Πορτοκαλί Πόλη» έχει λάβει το πέμπτο βραβείο στον λογοτεχνικό διαγωνισμό της Κοβεντάρειου βιβλιοθήκης.
Από το 2000 που ασχολείται με την συγγραφή έχει γράψει αρκετά μυθιστορήματα και διηγήματα.

Μπορείτε να τον βρείτε στο Facebook.


    One thought on “Η απίστευτη περιπέτεια του Χουάν (3)

    Αφήστε μια απάντηση

    Your email address will not be published. Email and Name is required.