Η απίστευτη περιπέτεια του Χουάν (2)


του Γεώργιου Φράγκου

Τα χρόνια περνούσαν και ο Χουάν, μεγαλώνοντας άρχισε να αντιλαμβάνεται ότι ο κόσμος ήταν πάρα πολύ μεγάλος. Όσα μάθαινε από τον Πατέρα Τζιοβάνι, αλλά και από τους σπάνιους, σαν μαύρους πάνθηρες, επισκέπτες της πόλης τού εξιτάραν τη φαντασία. Ωστόσο δεν είχε εικόνα του πόσο μεγάλος ήταν μέχρι την ημέρα που έπεσε στα χέρια του ένα βιβλίο από την τελευταία τάξη του σχολείου. Βέβαια ο Χουάν αδυνατούσε να διαβάσει τα γράμματα, αλλά τις εικόνες μπορούσε να τις κοιτάει για ώρες. Έτσι λοιπόν μέσα σε αυτό το βιβλίο υπήρχε ένας χάρτης που έδειχνε όλες τις χώρες του κόσμου. Τον περιεργάστηκε για ώρα μέχρι που αντιλήφθηκε, με τον πιο εκκωφαντικό τρόπο, πως ο κόσμος ήταν σαφώς πολύ μεγαλύτερος από το Σαν Πέδρο, αλλά και από την τεράστια ζούγκλα που το κύκλωνε.
Η πόλη με τους τριάντα δρόμους τον χωμάτινο αεροδιάδρομο και την τεράστια εκκλησία δεν ήταν παρά μια σχεδόν αόρατη κουκκίδα στο χάρτη. Βέβαια σε μια παρόμοια πόλη είχε γεννηθεί και ο Ιησούς του Πατέρα Τζιοβάνι, αλλά αυτό ήταν μια άλλη ιστορία!
Από εκείνη την ημέρα μέσα στο μυαλό του υπήρχε μόνο η εικόνα του χάρτη και των χωρών που βρισκόντουσαν κοντά στο Σαν Πέδρο. Ο Χουάν είχε αρχίσει να ονειρεύεται ταξίδια μακρινά και ανθρώπους διαφορετικούς από αυτόν. Πως να ήταν άραγε ένας άνθρωπος από την Ορινούκα; Αναρωτήθηκε. Όσο όμως και να τον ενθουσίαζαν αυτές οι σκέψεις, για να πραγματοποιηθεί ένα τέτοιο ταξίδι μεσολαβούσαν αρκετά προβλήματα που έπρεπε να λυθούν. Για παράδειγμα ο μοναδικός δρόμος που οδηγούσε μακριά από την πόλη δεν κατέληγε πουθενά! Ένα ακόμα φιλόδοξο(;) σχέδιο με άδοξο τέλος μήκους μόλις σαραντατεσσάρων  χιλιομέτρων. Το εγχείρημα φάνταζε τόσο μάταιο λες και κάποιος, το μοναδικό που ήθελε να πετύχει με αυτό, ήταν να κάνει ένα ηλίθιο αστείο με τους ανθρώπους που θα αποφάσιζαν να ακολουθήσουν αυτόν τον δρόμο. Το μόνο που έλειπε για να συμπληρωθεί η φάρσα ήταν μια ευμεγέθης ταμπέλα στο τέρμα του, που θα έγραφε: Ναι εσύ ευκολόπιστε και αγαθιάρη κάτοικε του Σαν Πέδρο έκανες σαραντατέσσερα χιλιόμετρα για να καταλάβεις ότι το σύνορο του Σαν Πέδρο προς ανατολάς είναι μια καρυδιά Ορινούκα!
Έτσι εκ των πραγμάτων οι δύο μοναδικοί και όχι πολύ επικίνδυνοι τρόποι για να φύγεις από το Σαν Πέδρο ήταν ή να ταξιδέψεις με το αεροπλάνο, σκέψη που μετέτρεπε τον Χουάν στον πιο δειλό άνθρωπο του κόσμου ή να αποχαιρετήσεις το Σαν Πέδρο με κάποιο πλωτό μέσο που μέσα από τις δαιδαλώδεις διαδρομές του ποταμού θα σε οδηγούσε κάπου!
Το που, ήταν ακόμα άγνωστο για τον Χουάν που δεν είχε γνωρίσει κανέναν με ένα τέτοιο μέσο που θα μπορούσε να τον διαφωτίσει τι ακριβώς βρισκόταν νότια του Ρίο Νέγκρο.
Τα σκοτεινά νερά του ποταμού στένευαν στον ορίζοντα με τέτοιον τρόπο που περιόριζαν τις όποιες όμορφες σκέψεις του Χουάν για εξερεύνηση. Στο βάθος, σε εκείνη την κουκκίδα που σχηματιζόταν από το μαύρο χρώμα του ποταμού – εξ’ ου και η χωρίς ίχνος φαντασίας ονομασία του – και το σκούρο πράσινο της ζούγκλας στύλωνε τη ματιά του ο Χουάν, προσπαθώντας να φανταστεί τι μπορεί να βρισκόταν μακριά από την πόλη που ζούσε. Μια μέρα, από εκείνες που καθόταν στην όχθη του ποταμού, είδε και τρεις μαύρους Καϊμάν να λιάζονται στην απέναντι όχθη, λίγα μέτρα από το Φουέρτε ντε Σαν Κάρλος αλλά δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία σε αυτά τα τεράστια ερπετά που κοσμούσαν τεμπέλικα τις όχθες της Μιδιγάρδ.
Σε πολλά βιβλία που ξεφύλλιζε μαζί με τον Πατέρα Τζιοβάνι είχε δει εικόνες από άλλες, μεγάλες πόλεις. Με τεράστιους δρόμους και κτίρια που άγγιζαν τον ουρανό, που ακόμα και τα πιο ψηλά δέντρα του δάσους φάνταζαν μικρά δίπλα σε αυτά τα μεγαθήρια. Αναρωτιόταν πολλές φορές, πώς, αν τελικά έφευγε προς τα νότια, θα συναντούσε αυτές τις πόλεις; Θα έβλεπε τους ανθρώπους που φορούσαν πολλά και περιττά ρούχα;
Στα δεκαπέντε του, έναν χρόνο πριν δει το προφητικό όνειρο, είχε λάβει την απόφαση για το τι θα έκανε στην ζωή του. Θα εγκατέλειπε την πόλη του για να εξερευνήσει τον κόσμο! Έτσι, μια μέρα, την ώρα που έτρωγαν σπίτι όλοι μαζί, αποφάσισε να πει στον πατέρα του ότι δεν είχε κανέναν σκοπό να περνάει τις ώρες του προσπαθώντας να βρει τρόπο να ζήσει σε αυτόν τον ξεχασμένο τόπο. Ήταν πεπεισμένος πως είχε κληρονομήσει το μικρόβιο του εξερευνητή τόσο από τον ίδιο, αλλά και από τον συμπατριώτη του πατέρα του, τον Χριστόφορο Κολόμβο. Μάλλον -του επισήμανε πολύ σοβαρά- το έχει το γονίδιο των Ισπανών να είναι εξερευνητές!
Έναντι απαντήσεως ο Χουάν είδε φευγαλέα την παλάμη του πατέρα του να διαγράφει ένα σχετικά σύντομο ημικύκλιο στον αέρα και αμέσως μετά να σκάει πάνω στο μάγουλο του με δύναμη.
«Δεν έχεις να πας πουθενά». Του είπε κοφτά ο Αλβάρο που συμπλήρωσε με πιο ήπιο τόνο.
«Ο Χριστόφορος Κολόμβος ήταν Ιταλός».
Τον Χουάν αυτή η πληροφορία τον αποσυντόνισε. Τι χωνευτήρι λαών ήταν αυτός ο τόπος, Ιταλοί, Ισπανοί, Σαβαρτιδιάνοι, Γιανομάμοι… Ο Πατέρας Τζιοβάνι μάλιστα του είχε πει πως πριν από τους Ισπανούς ζούσε στην περιοχή και ένας άλλος αρχαίος λαός που η ονομασία του ήταν Ίνκας. Ωστόσο την σφαγή των ιθαγενών από τους αποίκους ο Πατέρας Τζιοβάνι αποφάσισε να την κάνει στην άκρη σαν κάποιο ασήμαντο συμβάν των παλαιών χρόνων.
Αν και το μάγουλο του τον έκαιγε από το αιφνίδιο χτύπημα, μπορούσε να πει με βεβαιότητα πως σήμερα είχε σιγουρέψει δυο πράγματα, ότι πράγματι ο κόσμος ήταν πολύ μεγάλος και πως μέσα του αισθανόταν πλέον και λίγο Ιταλός!
Σε όλη τη σκηνή, από το χαστούκι μέχρι την στωικότητα που επέδειξε ο Χουάν, η Νοϊκά είχε πάρει την αδελφή του Χουάν -την Μπλάνκα- στην αγκαλιά και την κουνούσε με τα πόδια της ενώ αυτή γέλαγε με την ψυχή της. Όταν ο Αλβάρο βγήκε από το χώρο της κουζίνας η Νοϊκά άφησε την Μπλάνκα κάτω πλησίασε τον Χουάν και του είπε στο αυτί.
«Οι Ισπανοί ήταν διάβολοι!»
Ο Χουάν την κοίταξε με τα καταπράσινα μάτια του, απορροφώντας όλα όσα έλεγαν τα μάτια της μητέρας του εκείνη την στιγμή. Το ασπράδι των ματιών της Νοϊκά γέμισε με αίμα ενώ φωτιά και σφαγές κατέκλυσαν την κατάμαυρη κόρη των ματιών της.
Συγκλονισμένος ο Χουάν βγήκε από το σπίτι τους και έτρεξε προς τον ποταμό ενώ ξοπίσω του έτρεχε η Μπλάνκα που τον υπεραγαπούσε και πάντα προσπαθούσε να είναι δίπλα του.

Συνεχίζεται…

* Ο Γεώργιος Φράγκος γεννήθηκε το 1972 στην Αθήνα. Σπούδασε οδοντοτεχνίτης όπου μέχρι και σήμερα συνεχίζει να ασκεί το επάγγελμα. Για ένα διάστημα βρέθηκε να αρθρογραφεί στην εφημερίδα press4all ενώ άρθρα του έχουν δημοσιευθεί στις εφημερίδες Athens Voice, Lifo και Βήμα. Διηγήματά του επίσης έχουν δημοσιευθεί στο ηλεκτρονικό περιοδικό The Machine και Anemos Magazine.
Το βιβλίο του «Ο Άνθρωπος που Έχασε το Είδωλο του» έχει βραβευθεί με έπαινο από τον λογοτεχνικό διαγωνισμό της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών και το διήγημα του «Πόλεμος στην Πορτοκαλί Πόλη» έχει λάβει το πέμπτο βραβείο στον λογοτεχνικό διαγωνισμό της Κοβεντάρειου βιβλιοθήκης.
Από το 2000 που ασχολείται με την συγγραφή έχει γράψει αρκετά μυθιστορήματα και διηγήματα.

Μπορείτε να τον βρείτε στο Facebook.


    One thought on “Η απίστευτη περιπέτεια του Χουάν (2)

    Αφήστε μια απάντηση

    Your email address will not be published. Email and Name is required.