Η απίστευτη περιπέτεια του Χουάν (14)


του Γεώργιου Φράγκου

Όλο το βράδυ έβρεχε στο Σαν Πέδρο χωρίς κανένα διάλειμμα. Ήταν όμως μια στρωτή βροχή που ο ήχος της σε νανούριζε γλυκά, μια αίσθηση ωστόσο που τον Αλβάρο δεν τον συνέπαιρνε καθόλου. Έτσι, εκνευρισμένος λίγο πριν ξαπλώσει, περπάτησε ως το παράθυρο, κοίταξε απειλητικά τον ουρανό, σαν να τον προειδοποιούσε πως έτσι και γινόντουσαν πάλι τα ίδια τα χθεσινά θα είχαν κακά ξεμπερδέματα οι δυο τους!
Η αλήθεια ήταν πως ο Αλβάρο προσδοκούσε από το νέο ξημέρωμα να εξαφανίσει πάνω από την πόλη το παράδοξο θαύμα που την είχε αγκαλιάσει. Στο μυαλό του όλο γύρναγε η κατεστραμμένη μπανανιά, οι συγχωριανοί του, που είχαν ντυθεί σαν πολύχρωμοι Μακάο και οι πεσμένες βελανιδιές που είχαν κόψει τον άχρηστο εθνικό δρόμο στην μέση.
«Άσε τις σκέψεις και κοιμήσου, ξεκουράσου. Ο άνεμος είπε πως σήμερα θα είναι ήρεμα, όλα». Σιγοψιθύρισε η Νοϊκά και ακούμπησε το χέρι της πάνω στο κορμί του άντρα της.
Ο Αλβάρο γύρισε το πρόσωπο του προς την μεριά της γυναίκας του και την κοίταξε με τόση αγάπη που αν κάποιος, που γνώριζε καλά τον Αλβάρο κι έβλεπε το βλέμμα του δεν θα μπορούσε να πιστέψει πως υπάρχει.
«Ο άνεμος!» της είπε χωρίς να χρειάζεται κάτι άλλο να ειπωθεί. Τόσα χρόνια ήξερε καλά πως η γυναίκα του μίλαγε με τον άνεμο και πως όσα τις έλεγε ήταν σωστά. Γύρισε ήσυχα και αφέθηκε να τον αγκαλιάσει η Νοϊκά και μέσα στα λιγνά μπράτσα της ένιωσε τα βλέφαρα του να κλείνουν. Η Νοϊκά τον φίλησε και λίγα λεπτά μετά πέρασαν μαζί από τον πραγματικό κόσμο στον κόσμο των ονείρων.
Σε έναν τέτοιο κόσμο βρισκόταν και ο Χουάν όταν ένιωσε ένα ελαφρύ σπρώξιμο. Την πρώτη φορά δεν έδωσε σημασία και προσπάθησε να ξανακοιμηθεί, όμως αμέσως μόλις πήγε να τον ξαναπάρει ο ύπνος το ίδιο ελαφρύ σπρώξιμο τον ανάγκασε να ανοίξει τα μάτια του και να αντικρίσει ξαφνιασμένος το καταπράσινο βλέμμα της Μπλάνκα που τον περιεργαζόντουσαν σαν κάτι καινούργιο και αγαπημένο.
«Τι συμβαίνει;» τη ρώτησε αγριεμένος.
«Ουάν! Ξημέρωσε λέει η μαμά και είναι ώρα να ξυπνήσεις και εσύ πριν ξυπνήσει ο πατέρας και δεν μπορέσεις να πας εκεί που πρέπει να πας … και Ουάν θα με πάρεις και εμένα μαζί, η μαμά λέει πως δεν μπορείς, όμως εγώ της είπα πως θα σε παρακαλέσω να με πάρεις και εμένα και τον Κακάο και πως θα σε βοηθάμε εκεί που θα πας και δεν θα σου είμαστε πολύ μεγάλο βάρος και Ουάν σε παρακαλώ μην κλείνεις τα μάτια γιατί πρέπει να σηκωθείς …»
«Μπλάνκα!»
Η αδελφή του Χουάν σταμάτησε απότομα να μιλάει, το στόμα της είχε παραμείνει μισάνοιχτο λες και περίμενε κάποια εντολή για να συνεχίσει ενώ παρατηρούσε κάθε κίνηση του αδελφού της που σηκωνόταν από το κρεβάτι. Ο Χουάν έβαλε τις παλάμες του πάνω στο πρόσωπο, το έτριψε γερά, πήρε μια βαθιά ανάσα, την κράτησε για λίγα λεπτά μέσα του και την άφησε να φύγει ήρεμα και σιγά.
«Δεν μπορώ να σας πάρω μαζί μου, ούτε εσένα, ούτε τον Κακάο». Η Μπλάνκα που όλη αυτήν την ώρα είχε μείνει με την ίδια ακριβώς έκφραση μόλις κατάλαβε τι της είχε πει ο αδελφός της συνέχισε.
«Η μαμά μου είπε πως θα το έλεγες αυτό. Δεν μας αγαπάς πια Ουάν;»
Ο Χουάν που ακόμα κρατούσε το πρόσωπο του με τις παλάμες του άνοιξε τα χέρια του πλησίασε το πρόσωπο του κοντά στην Μπλάνκα και της ακούμπησε την μύτη της με το δάχτυλο του.
«Αυτό ούτε για αστείο να μην το ξαναπείς. Σας αγαπάω όλους πάρα πολύ, όμως εκεί που θα πάω πρέπει να πάω μόνος μου, δεν είναι τόπος για μικρά κορίτσια εκεί».
Τα πράσινα μάτια της Μπλάνκα συννέφιασαν και κάπου μέσα τους ξεκίνησαν να υγραίνουν, κάνοντας τα ακόμα πιο όμορφα. Ο Χουάν μην αντέχοντας να την κοιτάει την άρπαξε στην αγκαλιά του και κλείνοντας τα μάτια την έσφιξε όσο πιο πολύ μπορούσε.
«Μπλάνκα έλα εδώ». Στο άκουσμα της φωνής της Νοϊκά η λαβή του Χουάν χαλάρωσε και η αδελφή του σύρθηκε ήσυχα έξω από το δωμάτιο. Οι ματιές του γιου και της μάνας συναντήθηκαν και ξεκίνησαν έναν βουβό διάλογο. Για πολύ ώρα μιλούσαν με αυτόν τον πρωτόγνωρο τρόπο, σαν τον άνεμο. Όταν πια τελείωσε αυτός ο διάλογος η Νοϊκά κούνησε το κεφάλι της και χαμογέλασε γλυκόπικρα στον γιο της που χαμήλωσε το βλέμμα του, λίγο πληγωμένος κάπου στα βάθη της ψυχής του.
«Το πλοίο όπου να ’ναι φτάνει». Του είπε και γύρισε να φύγει.
«Η Μπλάνκα; … Εσύ;»
«Έχουμε τον πατέρα σου. Εσύ να φύγεις, να δεις, να γνωρίσεις. Να γίνεις Γουακαϊπούρε! Και είμαι σίγουρη πως θα γυρίσεις πριν καλέσουν τα πνεύματα εμένα και τον πατέρα σου».
Ο Χουάν κατάλαβε πως δεν υπήρχαν άλλες λέξεις. Ετοιμάστηκε γρήγορα, πήρε έναν μικρό σάκο με ένα παντελόνι και τρία πουκάμισα, όλη του την γκαρνταρόμπα δηλαδή, και φίλησε την μητέρα του χωρίς να πουν αντίο. Μόνο στα χείλη του ένιωσε υγρό το μάγουλο της Νοϊκά και λίγο αρμυρό, υπέθεσε πως ήταν κάποιο δάκρυ που είχε κυλήσει πιο νωρίς γιατί τώρα η Νοϊκά στεκόταν αγέρωχη εμπρός του και τα χαρακτηριστικά του προσώπου της θύμιζαν βράχο.
Σε κάθε βήμα που έκανε αισθανόταν τα πόδια του λίγο πιο βαριά, σαν μια άγκυρα να έπεφτε λίγο λίγο για να τον κρατήσει εκεί. Αντίθετα η ψυχή του γέμιζε με φως, τα όνειρα ξεκίναγαν να κάνουν πάρτι μέσα στο κεφάλι του.
Μόλις πήρε την στροφή από τον δρόμο που βρισκόταν το σπίτι του είδε το πλοίο που πλησίαζε από τον βορρά στο υποτυπώδες λιμάνι του Σαν Πέδρο. Είχε δει όλα αυτά τα χρόνια πολλά πλοιάρια να περνούν και ως επί το πλείστον να προσπερνούν το μοναδικό νότιο και τελευταίο λιμάνι της χώρας. Αυτό το πλοίο όμως δεν το είχε δει ποτέ ξανά. Ήταν πιο μεγάλο από όλα και τα πανιά του ήταν πάλλευκα. Χαμογέλασε, ευχόμενος να είναι αυτό το πλοίο που θα πάρει τον Φραντσέσκο και έκανε να τρέξει όταν άκουσε από πίσω του ένα ποδοβολητό και φωνές.

Συνεχίζεται…

Ο Γιώργος Φράγκος γεννήθηκε στην Αθήνα και έζησε ως την ενηλικίωσή του στη Βενεζουέλα. Ταξίδεψε και γνώρισε χώρες όπως η Βραζιλία, η Κολομβία, ο Ισημερινός και η Ινδία στην οποία αντάμωσε φωτισμένους ανθρώπους που για οχτώ χρόνια μαθήτευσε μαζί τους και άλλαξαν τη στάση ζωής του.
Ο γυρισμός στην Ελλάδα τον βοήθησε να αποπειραθεί να γράψει το πρώτο μυθιστόρημά του.
Συνεργάστηκε με την free press εφημερίδα press4all (στην θέση του αρχισυντάκτη – χρονικογράφου), με την ATHENS VOICE, Lifo και το περιοδικό ΓΡΑΦΙΣΤΑΣ. Διηγήματά του επίσης έχουν δημοσιευθεί στο ηλεκτρονικό περιοδικό The Machine και Anemos Magazine. Το μυθιστόρημά του «Ο Άνθρωπος που Έχασε το Είδωλο του» -που είναι το πρώτο του βιβλίο- έχει βραβευθεί με έπαινο στον λογοτεχνικό διαγωνισμό της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών και το διήγημα του «Πόλεμος στην Πορτοκαλί Πόλη» έχει βραβευθεί στον λογοτεχνικό διαγωνισμό της Κοβεντάρειου Βιβλιοθήκης.

Στις 21 Οκτωβρίου 2017, ο Γεώργιος Φράγκος παρουσίασε στον ΙΑΝΟ στη Σταδίου το νέο του βιβλίο με τίτλο «Ο άνθρωπος που έχασε το είδωλό του», Εκδόσεις Ταξιδευτής

Λίγα λόγια για το βιβλίο:
Το είδωλο ενός ανθρώπου ξεριζώνεται μέσα από τον καθρέφτη και εμφανίζεται μπρος του.
Το πλασματικό είδωλο, το άλλο εγώ, το επιθυμητό, το ιδανικά πλασμένο.
Το παράδοξο ξενίζει αλλά γίνεται αποδεκτό ως φυσιολογικό, όμως το είδωλο, που ξεκινάει να γνωρίζει την ζωή, θέλει περισσότερα, γίνεται άπληστο και θέλει να αποκτήσει με κάθε κόστος την θέση του στην πραγματικότητα.
Ένας έρωτας όμως έρχεται να ανατρέψει την ιστορία, όλα ξαφνικά αλλάζουν, οι χαρακτήρες, οι άνθρωποι, η ιστορία.
Η διεκδίκηση της ζωής, αυτής που σαν δώρο μας έχει δοθεί, γίνεται δυνατή μόνον όταν συνειδητοποιηθεί το γεγονός πως μπορεί να χαθεί.
Μέσα από αυτό το κοινωνικό θρίλερ και τους συμβολισμούς του αναδεικνύεται η καλά κρυμμένη δύναμη της ψυχής του καθενός. Κι αυτή η δύναμη πολλαπλασιάζεται από τον έρωτα που λειτουργεί σαν μοχλός ανακίνησης της σκέψης, της απόφασης, της ανθρώπινης άμυνας και λειτουργίας.

Μπορείτε να πλοηγηθείτε στη σελίδα του ή να βρείτε τον Γιώργο Φράγκο στο Facebook


Αφήστε μια απάντηση

Your email address will not be published. Email and Name is required.