Η απίστευτη περιπέτεια του Χουάν (13)


του Γεώργιου Φράγκου

Ο Χουάν κοίταξε προς τον νότο, προσπαθώντας να δει με τα μάτια της φαντασίας του πως μπορεί να έμοιαζε η Ορινούκα και ποιες ήταν οι διαφορές της από την Σαβαρτίδ. Ανέσυρε από τη μνήμη του την πλήρη περιγραφή των βιβλίων που είχε διαβάσει. Όλες οι χώρες που συνόρευαν με τον μεγάλο ποταμό είχαν τροπικό κλίμα, βροχοπτώσεις, ζέστη και υγρασία.
Το όνειρο με τους Καϊμάν δεν το είχε ξεχάσει ούτε ένα δευτερόλεπτο, ήταν σίγουρος πια πως η άφιξη του Φραντσέσκο, ταυτόχρονα με το όνειρο, ήταν δυο σημάδια, δυο οιωνοί που τον προέτρεπαν προς στο αυτονόητο: να ταξιδέψει για τις χώρες του νότου.
Μια αναταραχή στην απέναντι όχθη που ανήκε στην Μιδιγάρδ του τράβηξε την προσοχή. Οι τρεις Καϊμάν που βρισκόντουσαν για ημέρες ξαπλωμένοι στην ακτή του Φουέρτε ντε Σαν Φελίπε σηκώθηκαν αλαφιασμένοι και βούτηξαν γρήγορα μέσα στα νερά του ποταμού, κολυμπώντας προς τον νότο. Την ίδια στιγμή ένας ψυχρός αέρας -μετεωρολογικό φαινόμενο σπάνιο στην περιοχή- άρχισε να φυσάει, προκαλώντας στον Χουάν μια ανατριχίλα.
«Ουάν! Έρχεται ο Γουακαϊπούρε!» Τα λόγια της Μπλάνκα του θύμισαν τις ιστορίες της Νοϊκά για τον ήρωα της ζούγκλας και των ιθαγενών, τον μυθικό Γουακαϊπούρε που οι θρύλοι έλεγαν πως όποτε φυσούσε αυτός ο βόρειος άνεμος το πνεύμα του κατέβαινε από τους ουρανούς για να επιβλέψει το δάσος και τον ποταμό.
Ο Χουάν κοίταξε προς τον βορρά, παρατηρώντας τα σύννεφα που έσμιγαν σιγά σιγά, μακριά από το Σαν Πέδρο. Αναρωτήθηκε αν εντέλει ο Αλβάρο είχε δίκιο για την χθεσινοβραδινή καταιγίδα, αν πράγματι είχε μέσα στην αναταραχή της κάτι το παράδοξο, κάτι που ερχόταν αργά, σχεδόν βασανιστικά από τον βορρά.
«Πάμε σπίτι» είπε στην Μπλάνκα που με τη σειρά της σηκώθηκε αμέσως, άπλωσε το χέρι της στο δικό του και του το κράτησε απαλά.
Ο Κακάο ακολουθούσε από πίσω τους νωχελικά όπως ακριβώς περπατούσαν και τα δυο αδέλφια. Για πρώτη φορά στα δεκαέξι του χρόνια ο Χουάν παρατηρούσε την πόλη του τόσο καθαρά. Μια πρωτόγνωρη ματιά, λες και σε αυτά τα λίγα λεπτά που βρέθηκε στην όχθη του Ριο Νέγρο είχε μεγαλώσει απότομα. Στο μυαλό του όλα όσα έπρεπε να κάνει σε αυτήν την στιγμή της ζωής του είχαν πλέον ξεκαθαρίσει, ενώ ανακάλυψε με αρκετή έκπληξη πως ο βόρειος άνεμος που είχε ξεκινήσει να πνέει πριν λίγα λεπτά είχε την ιδιότητα να σταθεροποιεί τις σκέψεις του. Το χέρι του αγκάλιασε αυτό της Μπλάνκα πιο δυνατά, ελπίζοντας πως με αυτόν τον τρόπο θα κατάφερνε να πάρει μαζί του στο ταξίδι την ζεστασιά του για να του κρατάει συντροφιά. Μια ελάχιστη μνήμη από την Μπλάνκα του! Ένα μικρό σφίξιμο στάθηκε μέσα στο στέρνο του και στην καρδία του, όλα έμοιαζαν προφανή και την απόφαση του την είχε πάρει. Μαζί με το πλοιάριο που θα ερχόταν για να παραλάβει τον Ιταλοβρετανό θα έφευγε και αυτός.
Τα σύννεφα συνέχισαν να κυλάνε με ταχύτητα στον ουρανό, αλλάζοντας συνεχώς τις φόρμες των σκιών πάνω στα σπίτια της πόλης ενώ το νερό του Ριο Νέγρο έρεε ήρεμα χωρίς κανέναν απολύτως ήχο που θα μπορούσε να προδώσει αυτήν την κίνηση.
Το Σαν Πέδρο έμοιαζε το ιδανικό σημείο εκκίνησης για την περιπέτεια του Χουάν, όπως το ίδιο έμοιαζε το Πάλος, εκείνη την εποχή, για τον Κολόμβο.
Το σούρουπο είχε σκεπάσει εδώ και λίγη ώρα την πόλη του Σαν Πέδρο ενώ ο άνεμος είχε κοπάσει, αφήνοντας την ατμόσφαιρα να γεμίσει από υγρασία. τα ρούχα κόλλαγαν πάνω στα κορμιά λες και κάποια άγνωστη κατάρα τα βάραινε. Η Νοϊκά κοίταξε το δάσος που αγκάλιαζε την πόλη και μετά γύρισε το βλέμμα της ψηλά στον ουρανό. Κάτι ψιθύρισε σχεδόν μέσα από τα χείλη της και λίγο μετά είπε με απόλυτη σιγουριά πως το πνεύμα του Γουακαϊπούρε είχε ήδη φτάσει και περπατούσε στο δάσος. Τα βαριά σύννεφα, που λίγα λεπτά πριν άλλαζαν μορφές σαν καπνός, πλέον είχαν σταθεροποιηθεί πάνω από τα κεφάλια των κατοίκων της μικρής πόλης. Έμοιαζαν αδιαπέραστα, στιβαρά, ατσάλινα, λες και ήθελαν με αυτήν τους την όψη να τους τρομοκρατήσουν. Οι υπόκωφες βροντές που ακουγόντουσαν να πλησιάζουν τράνταζαν τα σωθικά του Χουάν που κοιτούσε αμίλητος και με δέος τις γαλάζιες λάμψεις στο βάθος του ορίζοντα, που χανόταν, μέσα στην ενδοχώρα της Μιδιγάρδ.
Η Νοϊκά κάθισε απέναντι από τον γιο της, κοιτάζοντας τον με απόλυτη αγάπη, ένα πικρό χαμόγελο εμφανίστηκε στο πρόσωπο της και τον ρώτησε αν ήθελε να του βάλει κάτι να φάει. Ο Χουάν που είχε στην αγκαλιά του την Μπλάνκα της κούνησε απλά το κεφάλι, οι λέξεις δεν έβγαιναν από το στόμα του. Οι σκέψεις του ταξιδεύαν άλλου, σε άλλους τόπους, άλλους ανθρώπους, πόλεις με τεράστια κτίρια, και μεγάλους δρόμους. Μέρη που μόνο στην φαντασία του είχε δει και όλα αυτά καθρεφτίζονταν στα μάτια του και η Νοϊκά που τα είχε δει είχε καταλάβει.
Του άφησε ένα πιάτο με αρέπας, αχνιστό χοιρινό κρέας και λαχανικά. Του άγγιξε τα μαλλιά και έκατσε πάλι απέναντι του. Η Μπλάνκα άρπαξε μια ζεστή αρέπα και πήγε δίπλα στον Κακάο που εκτιμώντας αυτήν την κίνηση της μικρής και επειδή ήταν ένας σκύλος με τρόπους έτρωγε με την σειρά του ένα μικρό κομμάτι, που και που, από τα χέρια της.
«Θα φύγω» είπε στην μητέρα του, αποφεύγοντας να την κοιτάξει στα μάτια με σπασμένη φωνή.
«Το ξέρω, μου το είπε ο Γουακαϊπούρε πριν λίγο». Ο Χουάν την κοίταξε με απορία.
«Το άκουσα στα λόγια του ανέμου. Αυτά δεν λένε ποτέ ψέματα». Του εξήγησε.
«Μου είπε ακόμα πως είναι γραφτό να κάνεις αυτό το ταξίδι γιατί το θέλει η καρδία σου και αυτά που θέλει η καρδία κανείς δεν πρέπει να τα απαγορεύει γιατί τότε όλα σαπίζουν, ο άνθρωπος, η ψυχή, το πνεύμα, η αγάπη. Εγώ παρακάλεσα τον Γουακαϊπούρε να σε προσέχει και να σε φέρει πίσω όταν πρέπει».
Στον λαιμό του Χουάν είχε σταθεί ένας κόμπος ενώ σύγχρονος οι άκρες των ματιών του έτσουζαν από την προσπάθεια να μην δακρύσει, πήρε με το χέρι ένα κομμάτι κρέας και το έδωσε στον Κακάο και προσπαθώντας να ελαφρύνει την ατμόσφαιρα ρώτησε χαμογελαστός την Νοϊκά αν της είχε πει το πνεύμα του ήρωα του δάσους πότε θα έφευγε.
«Αύριο το πρωί έρχεται το πλοίο». Του απάντησε άμεσα και αδιαπραγμάτευτα.
Ο Χουάν τα έχασε με την σιγουριά της μάνας του και έμεινε για λίγα λεπτά να την κοιτάζει παγωμένος.
«Σου είπα και πριν πως όταν ο άνεμος μιλάει δεν λέει ψέματα. Η φυλή μου έχει επιζήσει όλα αυτά τα χρόνια επειδή έχει μάθει να ακούει τον άνεμο και να τον συμβουλεύεται, ελπίζω να μάθεις και εσύ να τον ακούς, είσαι ένας άντρας της φυλής μας».
Για μια στιγμή απλώθηκε σιωπή, ακόμα και ο λαίμαργος Κακάο σήκωσε τα αυτιά του προσπαθώντας να καταλάβει τι είχε συμβεί. Για πρώτη φορά η Νοϊκά βάφτιζε τον γιο της άντρα της φυλής και αυτό για τις παραδόσεις των Γιανομάμι ήταν μια τελετή ενηλικίωσης.

Συνεχίζεται…

Ο Γιώργος Φράγκος γεννήθηκε στην Αθήνα και έζησε ως την ενηλικίωσή του στη Βενεζουέλα. Ταξίδεψε και γνώρισε χώρες όπως η Βραζιλία, η Κολομβία, ο Ισημερινός και η Ινδία στην οποία αντάμωσε φωτισμένους ανθρώπους που για οχτώ χρόνια μαθήτευσε μαζί τους και άλλαξαν τη στάση ζωής του.
Ο γυρισμός στην Ελλάδα τον βοήθησε να αποπειραθεί να γράψει το πρώτο μυθιστόρημά του.
Συνεργάστηκε με την free press εφημερίδα press4all (στην θέση του αρχισυντάκτη – χρονικογράφου), με την ATHENS VOICE, Lifo και το περιοδικό ΓΡΑΦΙΣΤΑΣ. Διηγήματά του επίσης έχουν δημοσιευθεί στο ηλεκτρονικό περιοδικό The Machine και Anemos Magazine. Το μυθιστόρημά του «Ο Άνθρωπος που Έχασε το Είδωλο του» -που είναι το πρώτο του βιβλίο- έχει βραβευθεί με έπαινο στον λογοτεχνικό διαγωνισμό της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών και το διήγημα του «Πόλεμος στην Πορτοκαλί Πόλη» έχει βραβευθεί στον λογοτεχνικό διαγωνισμό της Κοβεντάρειου Βιβλιοθήκης.

Στις 21 Οκτωβρίου 2017, ο Γεώργιος Φράγκος παρουσίασε στον ΙΑΝΟ στη Σταδίου το νέο του βιβλίο με τίτλο «Ο άνθρωπος που έχασε το είδωλό του», Εκδόσεις Ταξιδευτής

Λίγα λόγια για το βιβλίο:
Το είδωλο ενός ανθρώπου ξεριζώνεται μέσα από τον καθρέφτη και εμφανίζεται μπρος του.
Το πλασματικό είδωλο, το άλλο εγώ, το επιθυμητό, το ιδανικά πλασμένο.
Το παράδοξο ξενίζει αλλά γίνεται αποδεκτό ως φυσιολογικό, όμως το είδωλο, που ξεκινάει να γνωρίζει την ζωή, θέλει περισσότερα, γίνεται άπληστο και θέλει να αποκτήσει με κάθε κόστος την θέση του στην πραγματικότητα.
Ένας έρωτας όμως έρχεται να ανατρέψει την ιστορία, όλα ξαφνικά αλλάζουν, οι χαρακτήρες, οι άνθρωποι, η ιστορία.
Η διεκδίκηση της ζωής, αυτής που σαν δώρο μας έχει δοθεί, γίνεται δυνατή μόνον όταν συνειδητοποιηθεί το γεγονός πως μπορεί να χαθεί.
Μέσα από αυτό το κοινωνικό θρίλερ και τους συμβολισμούς του αναδεικνύεται η καλά κρυμμένη δύναμη της ψυχής του καθενός. Κι αυτή η δύναμη πολλαπλασιάζεται από τον έρωτα που λειτουργεί σαν μοχλός ανακίνησης της σκέψης, της απόφασης, της ανθρώπινης άμυνας και λειτουργίας.

Μπορείτε να πλοηγηθείτε στη σελίδα του ή να βρείτε τον Γιώργο Φράγκο στο Facebook


Αφήστε μια απάντηση

Your email address will not be published. Email and Name is required.