Η απίστευτη περιπέτεια του Χουάν (12)


του Γεώργιου Φράγκου

«Τι κάνεις πατέρα;» ακούστηκε απρόσμενα η φωνή του Χουάν πίσω από τον γερμένο φράκτη.
«Γυρίσατε;»
«Μόνον εγώ. Η μαμά με τη Μπλάνκα και τον Κακάο έμειναν στην εκκλησία και μιλάνε με την θεία Μέρτα».
«Η θεία Μέρτα ξέρουμε καλά πως μόνο με τον Κακάο μπορεί να μιλήσει, οι υπόλοιποι γιατί έμειναν μαζί της;» Αστειεύτηκε ο Αλβάρο καθώς την ίδια στιγμή πέταγε μέσα σε ένα σακί τα φύλλα της μπανανιάς. Ο Χουάν χαμογέλασε στον πατέρα του και πήγε κοντά του.
«Ο ήρωας σου σταμάτησε να εξιστορεί τις περιπέτειες του;» ρώτησε σχεδόν αμέσως και με μια δόση πικρίας ο Αλβάρο που δεν είχε σβήσει την εικόνα του γιου του δίπλα στον ξένο.
Ο Χουάν κοντοστάθηκε και χωρίς να καταλάβει τον λόγο θυμήθηκε το χαστούκι του πατέρα του ενώ σχεδόν αμέσως έφερε στο μυαλό του τους τρεις Καϊμάν της ακτής.
«Πάω μια βόλτα μέχρι τον ποταμό, θες να πετάξω κάτι;» Τον ρώτησε χωρίς να τον πλησιάσει περισσότερο και ο Αλβάρο χωρίς να απαντήσει σήκωσε το κεφάλι του και έδειξε με ένα νεύμα του το σακί που είχε μέσα την κατεστραμμένη μπανανιά.
Στον δρόμο προς την παραλία και απαλλαγμένος πριν λίγα λεπτά από το σακί με την μπανανιά άκουσε μια κιθάρα να παίζει ένα πολύ γνωστό τραγούδι του τόπου του, χαμογέλασε στο ρυθμό του Pajarillo και έσκυψε λίγο το κεφάλι του για να δει ποιος βρισκόταν κάτω από το φοίνικα δίπλα στον δρόμο. Το μόνο που κατάφερε να δει πίσω από τον κορμό ήταν το μπράτσο της κιθάρας που εξείχε και πέντε δάχτυλα που ανεβοκατέβαιναν αργά, χαϊδεύοντας τις χορδές. Πλησίασε αργά προς τον φοίνικα ενώ σύγχρονος σιγομουρμούριζε τον σκοπό. Όταν πια είχε την ορατότητα να δει τον άνθρωπο που έπαιζε με τόση δεξιοτεχνία το Pajarillo διαπίστωσε με έκπληξη πως ο Ζαπάτο εκτός από φρουτέμπορος και μάγειρας της νοστιμότατης αρέπας κατείχε εξίσου και τα μυστικά της κιθάρας.
«Ζαπάτο!!» Αναφώνησε με ενθουσιασμό ο Χουάν που άκουγε μαγεμένος τον Ζαπάτο να τραγουδάει άψογα. Ο φρουτέμπορος παρόλο που χαμογέλασε στον Χουάν δεν έχασε ούτε μια νότα στην κιθάρα του. Ωστόσο με μια απότομη κίνηση σταμάτησε και ξεκίνησε να παίζει ένα πιο αργό και λυπημένο σκοπό που δεν είχε λόγια. Δεν πέρασε πολύ ώρα και ο Χουάν ένιωθε σαν να έχει σταθεί ένας απίστευτα μεγάλος κόμπος στον λαιμό του που δεν τον άφηνε να καταπιεί. Μόλις η τελευταία νότα ταξίδεψε για λίγα δεύτερα ανάμεσα στα δέντρα για να χαθεί για πάντα, αφήνοντας στην σιωπή την θέση του ο Ζαπάτο κοίταξε τον μικρό και του είπε με νόημα.
«Μην χαθείς μικρέ!» Ο Χουάν κοίταξε τον Ζαπάτο και αισθάνθηκε πως μπροστά του είχε έναν άλλον άνθρωπο, εντελώς διαφορετικό από τον αφελή φρουτέμπορα που ήξερε μέχρι σήμερα.
«Το βλέπω στα μάτια σου, έχεις δει και εσύ τους Καϊμάν!»
«Ε;!!!!» Το επιφώνημα έκπληξης ήταν το μοναδικό πράγμα που μπόρεσε να βγει από το στόμα του Χουάν που δεν πίστευε στα αυτιά του. Ο Ζαπάτο κοίταξε στα μάτια τον μικρό και αφού του χάιδεψε το κεφάλι έφυγε αργά προς την υποτυπώδη κουζίνα του -που βρισκόταν λίγα μέτρα μακρύτερ – ώστε να ξεκινήσει να φτιάχνει τις υπέροχες αρέπες του.
Ο Χουάν βγήκε με αργά βήματα από το δάσος προς τον δρόμο, κοιτάζοντας τον Ζαπάτο απορημένος. Μα τι ήταν αυτό που μόλις του είχε πει;
«Ουάν!!!» Ακούστηκε πολύ κοντά του η γλυκιά φωνή της Μπλάνκα που ακόμα δεν μπορούσε να προφέρει το Χ ενώ ο ήχος από τα νύχια του Κακάο στο χώμα τον ανάγκασαν να αποσπάσει το βλέμμα του από τον φρουτέμπορα. Αντίθετα η ορμή του Κακάο δεν μετριάστηκε καθόλου προσπέρασε τον Χουάν και συνέχισε ακάθεκτος την πορεία του προς τον Ζαπάτο.
«Ουάν θα με πάρεις μαζί σου;» Τον ρώτησε χαριτωμένα η Μπλάνκα που είχε πιάσει με τα δυο της χέρια τις κοτσίδες της και έπαιζε μαζί τους, ενώ την ίδια στιγμή τα δυο αδέλφια κοιτούσαν τον Κακάο που είχε φρενάρει μόλις μερικά εκατοστά από το τηγάνι του Ζαπάτο και ξερογλειφόταν σαν να ήταν πεινασμένος εδώ και χρόνια.
«Κακάο έλα αμέσως εδώ!» Φώναξε αυστηρά ο Χουάν, αλλά η μοναδική αντίδραση του σκύλου ήταν ένα ανεπαίσθητο τίναγμα του αυτιού του που κάποιος θα μπορούσε να το εκλάβει πως η δυνατή φωνή του ανθρώπου τον είχε ενοχλήσει ελάχιστα.
«Ακάο έλα αμέσως εδώ, ο Ουάν θα μας πάει στην όχθη». Το κεφάλι του σκύλου γύρισε απότομα προς την Μπλάνκα αποκαλύπτοντας δυο γουρλωμένα μάτια και μια τεράστια κρεμασμένη γλώσσα. Για κάποιες στιγμές ο Κακάο έδειξε να βρίσκεται μετέωρος ανάμεσα σε δυο αποφάσεις. Ήταν παράλογο για έναν σκύλο που ζούσε στο Σαν Πέδρο να έχει τόσα πολλά διλήμματα όμως ο Κακάο τελικά μάζεψε τα σάλια του με τη γλώσσα του και υπάκουσε την Μπλάνκα. Για μια ύστατη στιγμή κοίταξε τον Ζαπάτο, που μόνο του χαμογελούσε, και αμέσως μετά έτρεξε σαν σίφουνας προς τον Χουάν.
«Ούτε το Κ λες Μπλάνκα;» Διαπίστωσε απογοητευμένος ο Χουάν και πήρε την αδελφή του από το χέρι και περπατήσαν μαζί ως την όχθη του Ρίο Νέγρο.
Το αγόρι άφησε την αδελφή του δίπλα στο σαρακοφαγωμένο σκελετό της βάρκας που πρέπει να βρισκόταν εκεί αμέτρητα χρόνια και περπάτησε ως την άκρη της όχθης. Το απόλυτο πράσινο απλωνόταν σε όλη την έκταση του ποταμού που μπορούσε να δει το βλέμμα. Σκόρπια πάνω στα σκούρα νερά επέπλεαν σχεδόν ακίνητες πράσινες μικρές οάσεις σαν το νερό να ήταν μια μικρογραφία ερήμου. Ο Χουάν, που έρημο είχε δει μόνο στα βιβλία του πατέρα Τζιοβάνι, φαντάστηκε τον εαυτό του να ταξιδεύει τον ποταμό πάνω σε ένα θαλάσσιο πλοίο της ερήμου! Χαμογέλασε με την αστεία σκέψη του αφού καμήλα δεν είχε δει πότε του ενώ μόνο δυο φορές στην ζωή του είχε δει το μεγάλο πλοίο να περνά από το υποτυπώδες λιμάνι του Σαν Πέδρο το οποίο ήταν μια ακόμα μισοτελειωμένη και εντελώς ξεχασμένη υποδομή που έγινε στην πόλη του πολλά χρόνια πριν. Παράλληλα με το αεροδρόμιο και τον δρόμο που κατέληγε πάνω σε μια τεράστια καρυδιά!
Σίγουρα κάποιος, κάποτε, είχε μεγαλεπήβολα σχέδια για αυτόν τον συνοριακό κόμβο της Σαβαρτίδ. Πλέον όμως το Σαν Πέδρο ξεθώριαζε όπως τα γράμματα πάνω σε μια πολύχρονη επιστολή.

Συνεχίζεται…

Ο Γιώργος Φράγκος γεννήθηκε στην Αθήνα και έζησε ως την ενηλικίωσή του στη Βενεζουέλα. Ταξίδεψε και γνώρισε χώρες όπως η Βραζιλία, η Κολομβία, ο Ισημερινός και η Ινδία στην οποία αντάμωσε φωτισμένους ανθρώπους που για οχτώ χρόνια μαθήτευσε μαζί τους και άλλαξαν τη στάση ζωής του.
Ο γυρισμός στην Ελλάδα τον βοήθησε να αποπειραθεί να γράψει το πρώτο μυθιστόρημά του.
Συνεργάστηκε με την free press εφημερίδα press4all (στην θέση του αρχισυντάκτη – χρονικογράφου), με την ATHENS VOICE, Lifo και το περιοδικό ΓΡΑΦΙΣΤΑΣ. Διηγήματά του επίσης έχουν δημοσιευθεί στο ηλεκτρονικό περιοδικό The Machine και Anemos Magazine. Το μυθιστόρημά του «Ο Άνθρωπος που Έχασε το Είδωλο του» -που είναι το πρώτο του βιβλίο- έχει βραβευθεί με έπαινο στον λογοτεχνικό διαγωνισμό της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών και το διήγημα του «Πόλεμος στην Πορτοκαλί Πόλη» έχει βραβευθεί στον λογοτεχνικό διαγωνισμό της Κοβεντάρειου Βιβλιοθήκης.

Στις 21 Οκτωβρίου 2017, ο Γεώργιος Φράγκος παρουσίασε στον ΙΑΝΟ στη Σταδίου το νέο του βιβλίο με τίτλο «Ο άνθρωπος που έχασε το είδωλό του», Εκδόσεις Ταξιδευτής

Λίγα λόγια για το βιβλίο:
Το είδωλο ενός ανθρώπου ξεριζώνεται μέσα από τον καθρέφτη και εμφανίζεται μπρος του.
Το πλασματικό είδωλο, το άλλο εγώ, το επιθυμητό, το ιδανικά πλασμένο.
Το παράδοξο ξενίζει αλλά γίνεται αποδεκτό ως φυσιολογικό, όμως το είδωλο, που ξεκινάει να γνωρίζει την ζωή, θέλει περισσότερα, γίνεται άπληστο και θέλει να αποκτήσει με κάθε κόστος την θέση του στην πραγματικότητα.
Ένας έρωτας όμως έρχεται να ανατρέψει την ιστορία, όλα ξαφνικά αλλάζουν, οι χαρακτήρες, οι άνθρωποι, η ιστορία.
Η διεκδίκηση της ζωής, αυτής που σαν δώρο μας έχει δοθεί, γίνεται δυνατή μόνον όταν συνειδητοποιηθεί το γεγονός πως μπορεί να χαθεί.
Μέσα από αυτό το κοινωνικό θρίλερ και τους συμβολισμούς του αναδεικνύεται η καλά κρυμμένη δύναμη της ψυχής του καθενός. Κι αυτή η δύναμη πολλαπλασιάζεται από τον έρωτα που λειτουργεί σαν μοχλός ανακίνησης της σκέψης, της απόφασης, της ανθρώπινης άμυνας και λειτουργίας.

Μπορείτε να πλοηγηθείτε στη σελίδα του ή να βρείτε τον Γιώργο Φράγκο στο Facebook


    Αφήστε μια απάντηση

    Your email address will not be published. Email and Name is required.