Η απίστευτη περιπέτεια του Χουάν (10)


του Γεώργιου Φράγκου

Ο Καϊμάν αντίθετα μισόκλεισε το μάτι του σαν να χαμογελούσε από την μάταιη προσπάθεια του ανθρώπου και την ίδια στιγμή, το ίδιο αθόρυβα όπως αναδύθηκε, βούτηξε μέσα στα μαύρα νερά του Ριο Νέγκρο και άφησε τον Χουάν να παρασύρετε μαζί του προς τον νότο.
Τα βλέφαρα του άνοιξαν απότομα έχοντας ακόμα την εικόνα του Καϊμάν στα μάτια και την υγρή κρύα υφή της επιδερμίδας του στην παλάμη. Ταράχτηκε και σηκώθηκε απότομα από το κρεβάτι του, προσπαθώντας να συνειδητοποιήσει ότι αυτό που είχε ζήσει λίγα δευτερόλεπτα πριν ήταν ένα απλό όνειρο.
Η δυνατή βροχή συνέχιζε να μαστιγώνει την τσίγκινη σκεπή του σπιτιού των Blasa ενώ κάπου ανάμεσα στον θόρυβο αυτό άκουσε την φωνή του πατέρα του να φωνάζει κάτι ακατάληπτο.
Αγουροξυπνημένος περπάτησε ως εκεί που άκουγε τις φωνές. Η εικόνα του Αλβάρο να κοιτάει την πλημμυρισμένη αυλή τους, βρίζοντας και της Νοϊκά να προσεύχεται στους θεούς της σχημάτισε ένα κομψό χαμόγελο στα χείλη του όμως για πολύ κακή του τύχη εκείνη την στιγμή ο Αλβάρο γύρισε και κοίταξε προς το μέρος του.
«Βέβαια εσύ γελάς τεμπέλαρε! Ίδιος ο σκύλος σου είσαι». Ξεκίνησε να φωνάζει πάλι ο Αλβάρο και την ίδια στιγμή ο Κακάο που ακολουθούσε τον Χουάν κρύφτηκε πίσω από τα πόδια του. Νιώθοντας την υγρή μύτη του Κακάο να ακουμπάει το γυμνό του πόδι ο Χουάν ξέσπασε σε νευρικά γέλια κάνοντας τον Αλβάρο να βρίζει ακόμα περισσότερο και τη Νοϊκά να προσεύχεται με ακόμα περισσότερη ζέση.
Το πρώτο φως του ήλιου αποκάλυψε πως η βραδινή καταιγίδα είχε κάνει κάποιες ζημιές, αλλά όχι του μεγέθους που όλοι περίμεναν να δουν. Ακόμα και ο κήπος του Αλβάρο απλά είχε πλημμυρίσει λίγο παραπάνω από το κανονικό και του είχε ξεριζώσει μια μπανανιά που όσα χρόνια ζούσε ο Χουάν δεν θυμόταν να έχει φάει έστω και μια μπανάνα από αυτήν. Το μόνο που ήρθε στη μνήμη του, τώρα που την έβλεπε κατά γης και λασπωμένη, ήταν την Νοϊκά που στεκόταν απέναντι της, κάποιες φορές, κοιτάζοντας με περισυλλογή πότε το δέντρο και πότε το χώμα. Ήταν μια αλλόκοτη μπανανιά που ήταν καταπράσινη με τεράστια φύλλα και σχεδόν δυο μέτρα ψηλή, αλλά από μπανάνες ούτε για δείγμα!
Ο Αλβάρο σιγομουρμούριζε πολύ πιο ήρεμος, μαζεύοντας τα απομεινάρια της καταστροφής όταν άκουσε μια φωνή και είδε τον Τσίκο να πλησιάζει ντυμένος με τα κυριακάτικα ρούχα του.
«Τσίκο που πας ντυμένος έτσι;»
«Δεν τα έμαθες εσύ; Σήμερα έχει έκτακτη λειτουργία στην εκκλησία και θα πάει όλο το χωριό!»
Ο Αλβάρο έμεινε ακίνητος σε μια αστεία στάση μην πιστεύοντας αυτό που μόλις είχε ακούσει.
«Τι είναι ρε Τσίκο η εκκλησία που θα έχει έκτακτη λειτουργία; Και από την άλλη εσάς δεν σας ρήμαξε η καταιγίδα;» Ο Τσίκο έδειξε να ξαφνιάζεται από την ερώτηση, σαν μόλις να είδε τι είχε συμβεί στον κήπο του φίλου του.
«Φίλε μου Αλβάρο δεν βλέπω κάποια τεράστια ζημιά, ίσα ίσα γλίτωσες και από αυτήν την καταραμένη μπανανιά! Να μου πεις για τον μεγάλο δρόμο θα σου απαντήσω πως ναι, εκεί έπεσαν πολλά δέντρα και θέλει πολλή δουλειά για να φτιαχτεί».
«Ο μεγάλος δρόμος;»
«Ναι, άστα, ξεριζώθηκαν κάτι μεγάλες βελανιδιές και έχουν πέσει ακριβώς στην μέση».
«Ρε Τσίκο τι έπαθες σε χάζεψε η καταιγίδα;»
«Γιατί το λες αυτό;»
«Που θα πηγαίναμε με αυτόν τον δρόμο;» Ο Τσίκο έξυσε το κεφάλι του μάλλον επειδή πράγματι είχε φαγούρα παρά γιατί ήθελε να σκεφτεί την ερώτηση του Αλβάρο. Αμέσως μετά κούνησε το κεφάλι του σαν να μην τον ενδιέφερε το που και αν ποτέ θα οδηγούσε οπουδήποτε ο δρόμος αυτός.
«Ποιος θα τον φτιάξει και ποιος θα τον τελειώσει αυτό τον δρόμο Τσίκο; Είμαστε ξεχασμένοι από όλους εδώ. Ακόμα και αν αύριο η Μιδιγάρδ αποφάσιζε να μπει μέσα στην πόλη με τον στρατό της ποιος θα το καταλάβαινε; Τουλάχιστον κάποτε που γινόντουσαν εκλογές όλο και κάποιος μας επισκεπτόταν, έφτιαχναν και κανένα χιλιόμετρο δρόμου. Τώρα με το καθεστώς αυτό …»
«Αλβάρο πρέπει να πάω στην εκκλησία». Τον διέκοψε απότομα ο Τσίκο και χαμογέλασε αθώα στον έτοιμο να εκραγεί Αλβάρο.
«Τι τρέχει επιτέλους με την εκκλησία Τσίκο; Σε έχω ρωτήσει εδώ και πόση ώρα να μου …»
Ο Αλβάρο σταμάτησε απότομα να μιλάει, βλέποντας τη γυναίκα του, την Μπλάνκα, τον Χουάν και τον Κακάο να έχουν φορέσει με την σειρά τους τα κυριακάτικα τους και να βγαίνουν από το σπίτι.
«Πάμε στην εκκλησιά!» πληροφόρησε τηλεγραφικά τον άντρα της η Νοϊκά και αφού χαμογέλασε στον Τσίκο έφυγε ακολουθούμενη από τον Χουάν τον Κακάο και την Μπλάνκα.
«Πρέπει να πάω και εγώ, έχω αργήσει ξέρεις!» είπε ο Τσίκο και γύρισε και αυτός την πλάτη του.
Ο Αλβάρο είχε απομείνει μέσα στη μέση του λασπωμένου του κήπου, προσπαθώντας να καταλάβει τι είχε συμβεί. Και την απόφαση δεν άργησε καθόλου να την πάρει. Μπήκε στο σπίτι, άλλαξε μπότες, καπέλο, πουκάμισο και ξεκίνησε με τη σειρά του να βαδίζει βιαστικά προς την εκκλησία.

Συνεχίζεται…

* Ο Γεώργιος Φράγκος γεννήθηκε το 1972 στην Αθήνα. Σπούδασε οδοντοτεχνίτης όπου μέχρι και σήμερα συνεχίζει να ασκεί το επάγγελμα. Για ένα διάστημα βρέθηκε να αρθρογραφεί στην εφημερίδα press4all ενώ άρθρα του έχουν δημοσιευθεί στις εφημερίδες Athens Voice, Lifo και Βήμα. Διηγήματά του επίσης έχουν δημοσιευθεί στο ηλεκτρονικό περιοδικό The Machine και Anemos Magazine.
Το βιβλίο του «Ο Άνθρωπος που Έχασε το Είδωλο του» έχει βραβευθεί με έπαινο από τον λογοτεχνικό διαγωνισμό της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών και το διήγημα του «Πόλεμος στην Πορτοκαλί Πόλη» έχει λάβει το πέμπτο βραβείο στον λογοτεχνικό διαγωνισμό της Κοβεντάρειου βιβλιοθήκης.
Από το 2000 που ασχολείται με την συγγραφή έχει γράψει αρκετά μυθιστορήματα και διηγήματα.

Μπορείτε να τον βρείτε στο Facebook.


    Αφήστε μια απάντηση

    Your email address will not be published. Email and Name is required.